Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Ο Γιάννης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το εξατάξιο γυμνάσιο της Ξάνθης και μετά την εφηβεία έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε τη Δραματική Τέχνη. Συμμετείχε σε πολλά θεατρικά έργα, σε πέντε τηλεοπτικές σειρές, μία κινηματογραφική ταινία και σε εικοσιπέντε βιντεοταινίες των 80'ς. Ευτύχησε να συνεργαστεί με πολλούς από την παλιά γενιά του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου όπως οι Θανάσης Βέγγος, Ρένα Βλαχοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Σπύρος Καλογήρου, Γιάννης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Μούτσιος, Ασπασία Παπαθανασίου κ.ά. Στίχους του ερμήνευσαν δημοφιλείς τραγουδιστές όπως οι Αντώνης Βαρδής, Νότης Σφακιανάκης, Θέμης Αδαμαντίδης κ.ά. Για τις στιχουργικές του συμμέτοχες τού έχουν απονεμηθεί έξι πλατινένιοι και οκτώ χρυσοί δίσκοι. Ταξίδεψε και γνώρισε, πολλούς τόπους και ανθρώπους εντός και εκτός συνόρων. Οι μεταφυσικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν στην Αυτογνωσία ή Γνώση του εαυτού. Ζει στον κόσμο αυτόν, αλλά δεν είναι του κόσμου αυτού!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2023

ΔΥΣΤΟΠΙΑ


Έξω απ’ την πόρτα μου παραμονεύουν

λεγεώνες κρατικοδίαιτων 

και επηρμένων σφουγγοκωλάριων,

κουτοπόνηροι σπουδαρχίδες, 

αρχολίπαροι αυλοκόλακες, οσφυοκάμπτες θεσιθήρες, 

ανάξιοι επαίτες θώκων,

πολιτικάντηδες της συμφοράς και ψηφοθήρες.

Παλεύουν να με μεταπείσουν.

Έξω απ’ την πόρτα μου παραμονεύουν

αυτόκλητοι ασφαλίτες, φασιστοειδή, χούλιγκαν,  

έμποροι όπλων, μπράβοι και μαχαιροβγάλτες,

τρελοί και μεθυσμένοι οδηγοί. 

Προσπαθούν να με σκοτώσουν. 

Έξω απ’ την πόρτα μου παραμονεύουν

επαναστάτες του καναπέ, δουλέμποροι, 

προστάτες των γραμμάτων και των τεχνών, 

εκδότες που εκδίδουν τα ανεκδιήγητα,

παραγωγοί - προαγωγοί, διακινητές ναρκωτικών, 

επαγγελματίες συνδικαλιστές και εργατοπατέρες,  

βασανιστές ανθρώπων και ζώων, βιαστές και παιδόφιλοι

κι εκατοντάδες χιλιάδες ηλίθιοι.

Την ψυχή μου μαυρίζουν.

Έξω απ’ την πόρτα μου παραμονεύουν

επαΐοντες  που κυβερνούν χωρίς καρδιά 

και ενσυναίσθηση.

Μας παρακολουθούν νυχθημερόν 

για χάρη της Δημοκρατίας. 

Ολοκληρωτισμό απεργάζονται και δυστοπία.

Με συνθλίβει το αναπόφευκτο μέλλον.

Αχ κυρ-Μιχάλη Κατσαρέ, 

δεν σε πίστευα όταν μου ‘λεγες:

«Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν». 

https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_

Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

ΑΝΘΡΩΠΟΙ



Άνθρωποι κολλημένοι στο έδαφος.

Ριζωμένοι στη γη.

Αρνούνται την αποκόλλησή τους πεισματικά.

Σα δέντρα που βαλθήκανε

στο ίδιο μέρος  -το γενέθλιο-

να ζήσουν, να πεθάνουν.

Έχουνε πρόβλημα...

Κυλάνε στους δρόμους τις ζωές τους,

με τα καταλυτικά τους αμαξάκια.

Αυτοί οι οδηγοί του Σαββατοκύριακου.

Βγαίνουν τη μοίρα τους να προκαλέσουνε

στις Εθνικές οδούς.

Να δραπετεύσουν απ’ τη μίζερη ζωή τους.

Να σκοτωθούν ή να σκοτώσουν.

Άνθρωποι κλεισμένοι στα  ‘‘εγώ’’  τους

και στους φόβους τους.

Σεργιανούν της μοναξιάς τους τα υπάρχοντα.

Πατάνε ο ένας τη ζωή του άλλου

κι ανταλλάσσουνε φιλοφρονήσεις,

που μοιάζουν με βρισιές.

Άνθρωποι νεκροζώντανοι.

Χωρίς υπομονή, δίχως χαμόγελο.

Σκουντούφληδες και κακομούτσουνοι.

Φοράνε τα ‘‘καλά’’  τους

κι επιβεβαιώνουνε την ύπαρξή τους

στις πίστες των ‘‘σκυλάδικων’’.

Άνθρωποι παραιτημένοι απ’ την απόσταση.

Παγιδευμένοι στη ψευδαίσθηση της ύλης.

Αιμορραγούν από παντού συνείδηση,

ταυτότητα, αγάπη κι ανθρωπιά.

Κυκλοφορούν ανάμεσά μας βιαστικά

κι έχουνε άποψη για όλα. 

Άνθρωποι με ειδικές ανάγκες

Στο σώμα, στο μυαλό και στην ψυχή!

Μυρίζουνε απουσία κι αποσύνθεση. 

Έχουνε άποψη για όλα!

Αυτοί που από καιρό έχουν πεθάνει,

αλλά δεν βρέθηκε κανείς, να τους το πει...

Λυπάμαι.

*Γιάννης Νικολαΐδης*

https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_

ΡΕΚΒΙΕΜ



Κι ήταν η μέρα

που άρχισε να βρέχει ροδοπέταλα

και ευωδιές, κάθε λογής.

Ξεγνοιασιά πολύχρωμων λεπιδοπτέρων

και μωβ τριαντάφυλλα, θυμάμαι.

Τόσο πολλά τα χρώματα κι η ομορφιά

που αδυνατώ να περιγράψω.

Κείνη τη μέρα,

εσύ γυμνή και με φτερά αγγέλου

εμφανίστηκες.

Η αύρα σου τρεμόπαιζε,

περιβάλλοντας με άχνα γαλάζιων πλανητών

το ερωτευμένο σου σώμα.

Κι ήταν της ψυχής σου το άπλετο φως,

Αμόλυντη επιβεβαίωση, στο πρόσωπό σου, θυμάμαι.

Αλήθεια,

κείνη τη μέρα, τα μαλλιά σου πιο ξανθά

μου φάνηκαν

κι εσύ ομορφότερη από ποτέ,

με γιασεμιά και κρίνους στολισμένη…

Και δυο ουράνια τόξα είχες στα μάτια σου,

θυμάμαι.

Κείνη τη μέρα, τα χείλη σου διψούσανε

για περιπέτεια.

Στα στήθη σου ο πόθος

σκορπούσε εναγώνιες αποχρώσεις κι ερεθίσματα.

Καλέσματα έπαιζαν κρυφτό

στην ντροπαλή σου ήβη,

φωνάζοντας ‘‘ευοί – ευάν’’, θυμάμαι.

Κείνη τη μέρα, έβρεχε κυκλάμινα, βιολέτες, μανουσάκια

κι υποσχέσεις.

Όλη η συμπαντική Σοφία

σε στιγμές ατέλειωτες, σε φως διάχυτο,

δέκατου τρίτου επιπέδου,

είχε παγιδευτεί.

Εκστατικός και θαμπωμένος απ’ τα δρώμενα,

‘‘Κύριε, δεν είμαι άξιος της τόσης ομορφιάς’’

ψιθύρισα.

Και ψηλαφούσα συνεχώς το σώμα σου,

το σώμα μου.

Απ’ την υφή τους, να βεβαιωθώ!

Κι ήμουνα εγώ, με σάρκινο περίβλημα.

Θνητός κι αθάνατος συνάμα.

Και είδα κι ένοιωσα τόσα πολλά,

που αν προσπαθήσω όλα να ιστορήσω,

θ’ αποτύχω!...

Τη μέρα εκείνη έβρεχε ηλιαχτίδες,

χρυσόσκονη αστεριών και κατανόηση.

Για μια στιγμή, νόμισα πως αν άνοιγα τα χέρια μου

θ’ ανέτρεπα το νόμο της βαρύτητας με μιας,

όπως κι εσύ…

…καθώς χτυπούσες τις φτερούγες σου

ν’ ανυψωθείς,

ένα μικρό, τόσο δα, πουπουλάκι

ξέφυγε

κι έπεσε μπροστά στα πόδια μου.

Έσκυψα δήθεν αδιάφορα

-ντράπηκα τόσο για το ψέμα της περίστασης-

το πήρα και με στοργή

και το έκρυψα βαθιά μες στην καρδιά μου,

σαν ανάμνηση.

Κι ήταν η μέρα που έβρεχε νοσταλγία

και ψευδαισθήσεις,

στη ξεθωριασμένη του κόσμου πραγματικότητα.

Κι οι λέξεις είχαν χάσει πια τη σημασία τους, θυμάμαι.

Και πάνω απ' όλους κι όλα εσύ

με φτερούγες αγγέλου, φωτοστέφανο

και σημάδια παράδοσης

στο γυμνό σου κορμί.

Να αιωρείσαι στο κενό

και να ‘σαι ταυτόχρονα έξω και μέσα μου,

σαν επαλήθευση των γεγονότων.

Ιχνηλάτησα το γλυκό της ηδονής μαρτύριο

στου κορμιού σου τις συντεταγμένες.

Κι ήταν του κόσμου η συντέλεια,

σε τρισδιάστατη οθόνη, δίχως ήχο,

όπως στα όνειρα…

…κι είχε απομείνει

πάνω στα τσαλακωμένα μας σεντόνια

μόνο η σάρκα, με τη σάρκα να μαλώνει...

Και οι ψυχές μας από πάνω. Να κοιτάζουνε.

Ναι, ήταν η μέρα που έβρεχε αγάπη

και ερωτευμένες πεταλούδες.

Ναι, ήταν η μέρα που πέφτανε απ’ τον ουρανό

καρδούλες δίχως αλεξίπτωτα

κι η Θεία μελωδία πλημμύριζε την πλάση.

Ναι ήταν η μέρα που γνώρισε

η μια ψυχή την άλλη

και υποκλίθηκε η σάρκα μπρος στο φως τους.

Χτεσινό γεγονός,

χαμένο στη σήραγγα του χωροχρόνου.

Ξεθώριασε κι αυτό

σαν όλα τα εφήμερα.

Αγαπημένη!

*Γιάννης Νικολαϊδης* 

https://www.facebook.com/pages/Ο%20χειμώνας%20της%20σιωπής/484699294973784/

ΒΡΕΧΕΙ...




Από τη μέρα που σε γνώρισα όλο βρέχει
κι έγινε πια τόσο μονότονη η ζωή μου
που δεν μπορώ ν' αντισταθώ
στα επερχόμενα
κι ούτε καλά - καλά να ονειρευτώ μπορώ.
Φταίει κι αυτός ο δράκος ο κακός.
Συνέχεια εμφανίζεται
ντυμένος δέρματα σφαγίων.
Τρομοκρατεί τον ύπνο μου με λάμψεις αστραπών
κι ανεστραμμένα είδωλα αγάπης.
Από τη μέρα που σε γνώρισα όλο βρέχει
κι εγώ γυμνός σα τρελαμένο ξωτικό
κάνω νυχτέρια στη πηγή
που λούζονται οι νεράιδες
και προκαλώ τις μάγισσες στα δάση
να μου πούνε για το μέλλον την αλήθεια.
Από τη μέρα που σε γνώρισα όλο βρέχει
κι έχει αποκτήσει τόση θλίψη
ετούτο εδώ το παραμύθι,
που οι ήρωές του πια δεν ερωτεύονται
κι ούτε μπορούν να δώσουν χάδια
και να πάρουνε φιλιά.
Από τη μέρα που σε γνώρισα όλο βρέχει
στον τροπικό της μοναξιάς μου
κι έχει αποκτήσει τόσα δάκρυα το μέλλον
που έγινε υπαρκτή αναγκαιότητα η φυγή,
μωρό μου.
Κι όλο παλεύω με τους δαίμονες,
κάθε φορά που ‘χει πανσέληνο
και η παλίρροια της αγάπης σου με πνίγει.
Γι’ αυτό ζητάω να ξεφύγω από τον εφιάλτη
που φέρει τ’ όνομά σου.
Γι’ αυτό πασχίζω να γλιτώσω
από τον αισθησιοβόλο σου έρωτα.
Λυπάμαι, μα θα βγω απ’ αυτό
το ψυχοφθόρο παραμύθι.
Να λυτρωθώ.
Να ζήσω.
Θέλω!

*Γιάννης Νικολαΐδης*

ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΩΝ ΑΝΕΠΙΔΟΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Είναι κάτι νύχτες σκεπασμένες με ασημόσκονη αστεριών. 
Έρχονται απ’ το ανοιχτό παράθυρό μου σκύβουνε και με φιλούν στο στόμα 
 κι η ταλαιπωρημένη αύρα μου επανασυντίθεται, 
ανακτά τη χαμένη της λάμψη, την καθαρότητα και τη χρωματική της διαύγεια. 
Τότε βυθίζομαι στην απέραντη γαλήνη της νύχτας 
κι ακούω τη σιωπή του ανεκδήλωτου που προσπαθεί να εκδηλωθεί και να διδάξει! Είναι η εικαστική παρέμβαση του σύμπαντος στη μοναξιά μας. 
Ναι, είναι κάτι νύχτες κουρασμένες 
που διηγούνται σε τόνους χαμηλούς την ιστορία του κόσμου. 
Είναι κάτι νύχτες σαν ιστιοσανίδες 
που με κρατάνε στον αφρό των κυμάτων της καθημερινότητας. 
Στον αφρό της αβάσταχτης πολυπλοκότητας της δόξας των ανθρώπων! 
Είναι, λοιπόν, κάτι νύχτες που σε σκέφτομαι 
που θέλω να σου γράψω, να σου ανακοινώσω πως όλα είναι εντάξει 
και να μην ανησυχείς. 
Και πως προσπαθώ να γίνω καλύτερος άνθρωπος, να είμαι άνθρωπος! 
Με πνεύμα ελεύθερο και καθαρή καρδιά και ήσυχη συνείδηση! 
Ανάβω το καντήλι, θυμιατίζω το σπίτι και σε σκέφτομαι. 
Κι όλο και κάτι σου γράφω κάθε τόσο αλλά ποτέ δε σου το ταχυδρομώ 
 στους ουρανούς, εκεί ψηλά, που διανυκτερεύεις!
 
 *Γιάννης Νικολαΐδης*
 

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΥΔΡΟΥ ΟΞΕΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΙΣΘΕΝΟΥΣ ΣΙΔΗΡΟΥ (ΣΚΕΨΗ ΔΕΥΤΕΡΗ)


Ζούμε σε μια εποχή σκουριάς.
Φοράμε ενώτια μοναξιάς
και παραμένουμε ευθυτενείς κι αχτένιστοι.
Εμείς οι χωματόφτιαχτοι μαντατοφόροι.
Οι ταπεινοί και υπερήφανοι!
Χτυπούμε το ρόπτρο 
της μεγάλης πόρτας του Σύμπαντος
και ιριδίζουν υδροσάπφειροι 
στης αγωνίας μας την έμπνευση.
Σε μια εποχή σκουριάς 
ανιχνεύουμε λαμπρότητα μετάλλου!
Χαμόγελα, φιλιά και χειραψίες
των τυχοθήρων τα καλέσματα κι οι υποσχέσεις.
Κι εμείς να λέμε όχι και να αρνιόμαστε.
Με ανθοδέσμες λησμονιάς 
και φρούτα της συγχώρεσης,
την δακρυσμένη κίτρινη σελήνη να στολίζουμε!
Εμείς οι υαλοψοί της Γνώσης
ενώνουμε ύλη και αντιύλη,
μες στο καμίνι της εκλέπτυνσης.
Εμείς που ζούμε έτσι απλά κι αθόρυβα.
Τους σκυφομάντεις, μάγους, οιωνοσκόπους,
χαυνόπρωκτους χρυσοκλαβάριους 
των σκουπιδιών της μόδας
και τα σαρκόφρονα μοντέλα τους 
τ’ ακριβοπληρωμένα,
φωτόπληκτους στο παρελθόν αφήσαμε...
Και είναι ο ύλιος τόπος της αγάπης μας
ζωή και φως γεμάτος.
Και είναι οι μέρες μας
ευωδιαστές μαντατοφόρες.
Κρατούν ματσάκια δεντρολίβανου, λεβάντας, 
δυόσμου και βασιλικού.
Κι έχουν ακόμα ρίγανη, θυμάρι, χαμομήλι,
τσάι του βουνού, φασκόμηλο 
και μαντζουράνα στα μαλλιά τους!
Στην εποχή της ηχορύπανσης
εμείς βιώνουμε γαλήνη κι ησυχία.
Στις Λαιστρυγόνες και στους Κύκλωπες,
στη Σκύλα και στη Χάρυβδη, στην Κίρκη, 
στις Σειρήνες και στους Λωτοφάγους
κλείνουμε μάτια και αυτιά.
Δεν υπάρχει πια φόβος, πόνος, μοναξιά 
κι επιθυμία.
Μονάχα ελπίδα, προσμονή, κι υπομονή υπάρχει.
Στην εποχή του ένυδρου οξειδίου
του τρισθενούς σιδήρου
εμείς είμαστε ελεύθεροι και λαμπεροί!
Και τέλος πάντων ζούμε.
Και είναι δώρο εξ ουρανού αυτό.

by Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ on Τετάρτη, 6 Απρίλιος 2011 στις 7:24 μ.μ.