Πληροφορίες
- Giannis Nikolaidis
- Ο Γιάννης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το εξατάξιο γυμνάσιο της Ξάνθης και μετά την εφηβεία έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε τη Δραματική Τέχνη. Συμμετείχε σε πολλά θεατρικά έργα, σε πέντε τηλεοπτικές σειρές, μία κινηματογραφική ταινία και σε εικοσιπέντε βιντεοταινίες των 80'ς. Ευτύχησε να συνεργαστεί με πολλούς από την παλιά γενιά του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου όπως οι Θανάσης Βέγγος, Ρένα Βλαχοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Σπύρος Καλογήρου, Γιάννης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Μούτσιος, Ασπασία Παπαθανασίου κ.ά. Στίχους του ερμήνευσαν δημοφιλείς τραγουδιστές όπως οι Αντώνης Βαρδής, Νότης Σφακιανάκης, Θέμης Αδαμαντίδης κ.ά. Για τις στιχουργικές του συμμέτοχες τού έχουν απονεμηθεί έξι πλατινένιοι και οκτώ χρυσοί δίσκοι. Ταξίδεψε και γνώρισε, πολλούς τόπους και ανθρώπους εντός και εκτός συνόρων. Οι μεταφυσικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν στην Αυτογνωσία ή Γνώση του εαυτού. Ζει στον κόσμο αυτόν, αλλά δεν είναι του κόσμου αυτού!
Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023
Τετάρτη 18 Μαΐου 2022
ΤΟ ΧΕΙΡΕΝΘΕΟΝ ΑΡΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ
Καμιά φορά κοιτάζω ξαπλωμένος
το ταβάνι
και συλλογιέμαι όλους εκείνους
που άδικα στο παρελθόν με κατηγόρησαν.
Η απουσία του βαπτιστή Ιωάννη
γίνεται τότε αισθητή,
σαν το αδιέξοδο των εφηβικών μας χρόνων!
Καμιά φορά κοιτάζω αφηρημένα το ταβάνι
κι όλα τα πρόσωπα που αγάπησα
τα βλέπω στριμωγμένα στη σειρά,
να περιμένουνε το τρόλεϊ για το σπίτι
ή τη χαρμόσυνη είδηση!
Καμιά φορά κοιτάζω ονειροπόλα το ταβάνι
κι όλοι οι αναξιοπαθούντες παρελαύνουν!
Ρακένδυτοι, ξυπόλητοι, σκελετωμένοι,
με λίγα ψιχουλάκια ελπίδας μες στις τσέπες,
κλεμμένα από τα περιστέρια του Συντάγματος!
Και κάπου - κάπου εμφανίζονται κάτι
ανθρωπόμορφα τέρατα.
Ποδοπατούνε, λέει, τους άστεγους, τους άνεργους
και τα όνειρά μας!
Και κάνω το σταυρό μου και προσεύχομαι.
Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, ψιθυρίζω.
Τότε εμφανίζεται ο προφήτης Ηλίας
πάνω στο τέθριππο της ανάληψής του!
Με χαιρετάει από ψηλά.
Λάμπει χρυσοφόρος και αγέρωχος
με ασημόσκονη αστεριών στα γένια,
στα μαλλιά του.
‘‘Μη ξεχνάς τον προορισμό σου’’
μου φωνάζει,
‘‘είσαι κι εσύ ένας ρομφαιοφόρος
πολεμιστής του φωτός!’’
Και παίρνω τα πάνω μου και καμαρώνω
κι ορκίζομαι ν’ αντισταθώ, ν’ αντέξω
την πεζή του κόσμου πραγματικότητα,
πάνω στων στίχων μου το χειρένθεον άρμα...
*Γιάννης Νικολαΐδης*
Σ' ΑΓΑΠΩ
ΔΕ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ ΠΙΑ
Τις μικρές στιγμές μας
δε χαιρόμαστε πια.
Εισβάλλουνε διεφθαρμένα χέρια
στη ζωή μας.
Μεταφέρουνε τη ματαιοδοξία της ύλης
και την αποσύνθεση.
Καπηλεύονται τα πάντα
και συνεχώς ζητάνε υπομονή.
Τις μικρές στιγμές μας
δε χαιρόμαστε πια.
Τις κηλιδώνουνε ντροπές
που τρέξαν να κρυφτούνε
σε πανικόβλητα φιλιά
και σκέψεις τρομαγμένες.
Θλιβεροί επίγονοι
χαμένοι στο τούνελ της απάτης,
κοιτάμε του φωτός τη θαλπωρή να ξεμακραίνει.
Υποφέρουμε από χάσματα επίγνωσης
και ύπνο ταραγμένο.
Τις μικρές στιγμές μας
δε χαιρόμαστε πια,
γιατί το σύστημα είναι φτιαγμένο έτσι
για να χάνουμε!
Ξεχάσαμε από καιρό να αγαπάμε
και δεν ακούμε πια τα λόγια της καρδιάς.
Δεν ακούμε τη σιωπή των αισθημάτων.
Και τα μετράμε όλα, δυστυχώς, με λογική
κι εικονικές ανάγκες.
Τις μικρές στιγμές μας μόνοι μας καταστρέφουμε.
Με αυριανά απραγματοποίητα σχέδια
και χτεσινά πραγματοποιημένα λάθη.
Τις μικρές στιγμές μας
δε χαιρόμαστε πια,
γιατί ξεχάσαμε στο σήμερα να ζούμε
και στο τώρα!
*Γιάννης Νικολαΐδης*
ΕΚΕΙ ΠΑΣΧΙΖΩ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ
Σε δρόμους με μπαχαρικά και κήπους με φεγγάρια,
στις νύχτες των παραμυθιών,
εκεί πασχίζω να σε βρω,
δυο λόγια μόνο να σου πω, να σου μιλήσω.
Εκεί οι κέδροι κι οι οξιές, τα πεύκα και οι καστανιές,
τα χρώματα κι οι μουσικές και τ’ αστρικά ταξίδια…
Σε κάστρα με πριγκίπισσες και λαμπερούς ιππότες,
σε ορυχεία ξωτικών, σε ορμητήρια πειρατών
και ξέφωτα αγάπης, εκεί πασχίζω να σε βρω
κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό,
ντυμένος φως του φεγγαριού,
σε κόσμο ανόητο, σκληρό και ταραγμένο.
Κρατώ στα χέρια μου στιγμές από αιώνες σιωπής
ανθρώπων που χαθήκαν,
σε βιαστικές διαδρομές και σε αλήτες έρωτες
κι όλο πασχίζω να σε βρω, να σου μιλήσω…
Να πω για μένα και γι’ αυτούς
τα λόγια που δεν πρόλαβαν ποτέ να ειπωθούνε!
Και θα ‘ναι λόγια τρυφερά
σαν νεογέννητα μωρά, σαν αγγελούδια,
που ήρθαν να ζήσουνε εδώ
σε κόσμο ανόητο, σκληρό και ταραγμένο.
Κι όλο πασχίζω να σε βρω
εκεί στα μέρη των ληστών,
στις γέφυρες των στεναγμών,
σε στενοσόκακα λυγμών και αποβάθρες...
Εκεί στις άκρες των γκρεμών,
που ‘χουν φωλιές οι αετοί
και χέρι δεν τις φτάνει.
Εκεί πασχίζω να σε βρω,
μέσα στα μάτια μου να δεις
κόσμους λησμονημένους.
Να δεις Θεούς μα και θνητούς
και τάγματα αγγέλων…
Να ξαναγγίξεις τη ζωή,
να αγαπήσεις της ζωής το μέγα θαύμα!
Εκεί πασχίζω να σε βρω.
Εκεί που κελαηδούν πουλιά
κι αγριολούλουδα ευωδιάζουν.
Σε ένα κόσμο ιδεατό
αλλά πολύ αληθινό για να ‘ναι ψέμα!
Εκεί πασχίζω να σε βρω ανασαιμιά μου,
να ‘χεις στεφάνι του Μαγιού
στα ξέπλεκα μαλλιά σου
και μια αιώνια άνοιξη
στ’ ωραίο πρόσωπό σου!
Να λάμπει ο ήλιος γελαστός πάνω από το Αιγαίο,
να λαμπιρίζουν τα νερά
και να φυτρώνουνε βοτάνια ευωδιαστά
ανάμεσα στις ξασπρισμένες πέτρες.
Να βγαίνεις απ’ τη θάλασσα
και να κρατάς κοχύλια
και να σε βλέπουνε οι γοργόνες, να ζηλεύουνε
και να ‘ναι η πλάση η ευγενική
σε πλήρη αρμονία!
Γι’ αυτό πασχίζω να σε βρω
να σε προλάβω να σου πω
τα λάθη που έκανα εγώ
εσύ να μην τα κάνεις!
*Γιάννης Νικολαϊδης*
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ
Εγώ ο πρώην δεσμώτης Προμηθέας
σε καιρούς χαλεπούς, τα καινά δαιμόνια εισέφερα
σαν λαμπρός Ιερονίκης λεξιπλάστης και λεοντόκαρδος,
αλλά ήταν πονηρά τα έργα σας, σαν τα μυαλά σας…
Μ’ ακούτε;
Δεν μου το συγχωρήσατε ποτέ, που τόλμησα
να ταπεινώσω την λεξιπενία των αισθημάτων σας,
μα δεν με νοιάζει…
Εγώ ο Προμηθέας λυόμενος,
την απέραντη θλίψη του αφιλόξενου Αχέροντά σας, διέσχισα,
παρέα με δεκάδες ψυχές τραγικών ποιητών και απόκληρους,
προτού στο βαθύτατο σκότος της Αχερουσίας καταλήξω
μ’ ένα τυφλό, ρακένδυτο βαρκάρη, για οδηγό,
που τον ακριβοπλήρωσα, για να μου δείξει τα σκοτάδια σας.
Τώρα του ερέβους τις πύλες προσπέρασα
για να μπω στο μουχρωπό, του Άδου, βασίλειο,
κρατώντας στις χούφτες μου τη φλόγα μιας μικρής ελπίδας,
ως νέος Προμηθέας πυρφόρος,
για ένα κόσμο καλύτερο από αυτόν που εσείς μου προσφέρατε…
Μ’ ακούτε;
Δεν ήθελα να κλείσω τ’ αυτιά μου σε θρήνους κι οιμωγές,
ούτε τα δακρυσμένα μάτια μου μπρος στο μαρτύριο του Ταντάλου.
Μεταξύ ουρανού και γης, αιωρούμαι λοιπόν και πάλι,
μ’ έναν παράφορο έρωτα,
για τα εναπομείναντα εικοσιτέσσερα γράμματα
στης ψυχής μου το αλφαβητάριο,
χωρίς επινίκια άσματα και παιάνες.
Γιατί εγώ θα θρηνώ για πάντα στους κήπους της ποίησης
μέχρι να ‘ρθει η ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων…
Μ’ ακούτε;
Είμαι εγώ ο Προμηθέας πυρφόρος, ο εκ Δελφών ερχόμενος
και το άσβεστο φέρω το φως της Αγάπης!
Το φως του θεού Απόλλωνα!
Φως εκ φωτός!
ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΠΟΘΟΙ
Θα 'θελα κάποτε να πω
ένα τόσο μεγάλο ψέμα
που η ζωή μπροστά του
να φαντάζει τόσο ασήμαντη,
ώστε να πάψουμε ν’ αγωνιούμε για το αύριο.
Αλλά γιατί να σας κουράζω μ’ όλα αυτά
αφού μόνο οι νεκροί καταλαβαίνουν;
https://www.facebook.com/pages/Ο-χειμώνας-της-σιωπής/484699294973784
ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ
Εσύ είσαι. Ο έρωτας!
Γυμνή στην πέτρινη σιωπή της Ξάνθης
ν’ ανεμίζεις τα μαλλιά σου
και ν’ αφουγκράζεσαι το πάθος μου.
Άλλες τ’ απόφωτα της Σαλονίκης να θυμίζεις
κι άλλες τους βράχους των Αβδήρων.
Επιθυμώ, ν’ αλλάζουν μεταξύ τους ψεύδη οι πολιτείες
και οι τόποι, ίσα με της Θάσου το σκαμμένο πρόσωπο.
Εσύ είσαι. Ο έρωτας!
Γυμνή στη μοναξιά σου και απρόσιτη,
στης Αίγινας τα καλντερίμια να με ψάχνεις.
Τη μια τσιγγάνα, την άλλη μάγισσα ξυπόλητη.
Η νύχτα κρύφτηκε από καιρό στην ψυχοφθόρα αγκαλιά σου
κι έχεις το μαύρο της το χρώμα
μες στα μάτια σου.
Κυοφορείς φόβους και φως,
σαν μελετάς τις χαρακιές στο πρόσωπό μου
και λυπάσαι.
Εσύ είσαι. Ο έρωτας!
Η περιπέτεια της Αθήνας κι η απόσταση.
Μα επιθυμώ μαρμάρινη σιωπή αρχαίων αγαλμάτων
και ήλιο.
Στο μαντείο των Δελφών
και στην Επίδαυρο, ντυμένη υποσχέσεις,
δειλά - δειλά να ξεπροβάλλεις.
Κι εγώ να σε καλωσορίζω
ιοβόλα μου ύπαρξη.
Εσύ είσαι. Ο έρωτας!
Στου Ναύπλιου την πέτρα την καυτή,
στης Πάργας τις ανηφοριές, στην Ασπροβάλτα.
Στα Ελευσίνια μυστήρια Ιέρεια στητή κι αγέρωχη
και στην Ιερά οδό ικέτιδα, απελπισμένη.
Κρατώντας μια ζωή τις γόβες σου στο χέρι.
Ομορφούλα μου. Σ' αναγνωρίζω.
Εσύ είσαι. Ο έρωτας!
Και η ταλαιπωρία της ψευδαίσθησης,
εσύ μωρό μου είσαι.
Σταγόνα αγάπης είσαι.
Και σε θέλω.
ΕΦΥΓΕΣ
Έφυγες και πίσω σου άφησες
ένα μανδύα λησμονιάς,
το κορμί μου να τυλίγω,
να μη ματώνει και πονά,
που σ’ άλλες πλέον αγκαλιές
διανυκτερεύεις τώρα φως μου.
Έφυγες και πίσω σου άφησες
τη γεύση του φιλιού σου στα χείλη μου, μωρό μου,
κάτι παλιές φωτογραφίες
και λίγα μικροπράγματα
να μου φωτίζουνε της απουσίας σου
την ψυχοφθόρα νύχτα.
Έφυγες και πίσω σου άφησες
της φωνής σου την ηχώ
μέσα στου χρόνου τις ρωγμές,
τη μυρωδιά απ’ του κορμιού σου τον ιδρώτα
κι ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα νεκρά,
έτσι για την ταπείνωση των αισθημάτων.
Έφυγες και πίσω σου άφησες
ενθύμια χρωματιστά,
σαν πινελιές
στης ξεγνοιασιάς σου το ηλιοβασίλεμα.
Έφυγες και πίσω σου άφησες
της αγωνίας σου το ουράνιο τόξο,
τα λόγια της μετέωρης αγάπης σου
και κάτι ακόμα
που τώρα πια δεν το θυμάμαι.
Έφυγες και πίσω σου άφησες
τοπία μ’ αστέρια και φεγγάρια,
να μου κρατούνε συντροφιά
όταν εσύ θα ‘σαι χαμένη σε μπαράκια
κι υποσχέσεις,
μοιράζοντας χαμόγελα, φιλάκια γνωριμίας
και τηλέφωνα.
Έφυγες και πίσω σου άφησες
μία πληγή βαθιά μες στην καρδιά μου
και τη βροχή των ουρανών
να βρίσκει διεξόδους μες τα μάτια μου.
Έφυγες
κι έχει γεμίσει τόση υγρασία τώρα η ζωή μου
που ακόμα κι οι ελπίδες μετακόμισαν...
Έφυγες
κι η μοναξιά μου φέρει τώρα τ’ όνομά σου.
Καλή σου νύχτα θλίψη μου.
Ο δρόμος της αγάπης είναι ένα ατέλειωτο ταξίδι.
Καλή σου νύχτα.
Να προσέχεις...
*Γιάννης Νικολαΐδης*
ΘΑ ΣΕ ΒΡΩ
Έζησα το πιο καυτό μου καλοκαίρι
κι όμως χιονίζει ακόμα μέσα μου
από τότε που έφυγες…
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω
τον Λεβάντε απ’ τον Πουνέντε
τον Γρέγο απ’ τον Γαρμπή
τον Μαΐστρο απ’ τον Σορόκο,
μα θα σχίσω τα πέλαγα της απονιάς σου,
ένας ακόμα της αγάπης πειρατής που παλεύει
με μανιασμένα κύματα κι αρμύρα,
κόντρα στον άνεμο και στα στοιχειά της φύσης
και θα σε βρω, μ’ ακούς;
Θα ξεγελάσω όλους τους δράκους και τις μάγισσες
των παιδικών παραμυθιών
και σε βρω στις παρυφές του νεραϊδόκοσμου,
πιο πέρα κι απ’ το στοιχειωμένο δάσος των θλιμμένων ξωτικών.
Θα προσπεράσω την Υπερβορεία
και τον Αρκτικό κύκλο της αιώνιας παγωνιάς σου,
εκεί στην άκρη του κόσμου,
στα πέρατα των ουρανών
θα αγνοήσω τον θάνατο...
Σαν το φλεγόμενο βέλος του έρωτα
θα διασχίσω της νύχτας τη σιωπή
και θα μπω βαθιά στην παγωμένη σου καρδιά!
Εκεί στον τελευταίο σταθμό,
εκεί που δεν πηγαίνουνε τα τραίνα.
Κι εσύ θα ‘σαι ξυπόλυτη σαν ενοχή, δίχως γόβες,
χαμένη στην ακινησία των άστρων,
γυμνή από προσχήματα και διάφανη
και θ’ ανεμίζουνε σε slow motion τα μαλλιά σου
και θα ‘ναι τ’ ωραίο πρόσωπό σου
πιο χλωμό κι από τον θάνατο ακόμα.
Ναι θα σε βρω
για ν’ αντικρύσω και πάλι τα φωτεινά σου μάτια
και το υπέροχο χαμόγελό σου…
Θα περιμένω
να μου δώσεις έστω μία εξήγηση
που καταστρέψαμε μια ολόκληρη ζωή
για ένα πείσμα σου,
ή να μου πεις το καινούριο σου ψέμα.
Ναι θα σε βρω
πιο πέρα απ’ την ανυπαρξία,
να σου ζητήσω συγγνώμη
γιατί σ’ αγάπησα παράφορα
κι ακόμα σε λατρεύω τόσο,
που θα σε ψάχνω ακόμα
και στην άλλη μου ζωή…
Ναι θα σε βρω! Να το θυμάσαι!
Θα σε βρω οπωσδήποτε
γιατί έτσι πρέπει να γίνει.
Θα σε βρω αγάπη μου!
Να ξέρεις
θα σε βρω!
*Γιάννης Νικολαΐδης*
ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΩΝ ΑΝΕΠΙΔΟΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
ΞΗΜΈΡΩΜΑ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΆΣ!
Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021
ΑΝΝΑ
Θυμάμαι, βρεγμένους δρόμους
τυλιγμένους στην ομίχλη
κι εσένα γερμένη στη μοτοσικλέτα μου,
κάπου στο Μοναστηράκι…
Καπνίζεις πάλι νευρικά.
Το ‘‘παίζεις’’ θιγμένη και απρόσιτη.
Δε μιλάς, ούτε μ’ αγγίζεις!
Τι κρίμα
τα όμορφά σου μάτια,
τόσο ψυχρά κι απόμακρα, να είναι.
Όπως την πρώτη φορά που σε γνώρισα…
Σεπτέμβρης ήτανε θαρρώ…
Όπως την τελευταία μέρα σπίτι μου,
Που μάζεψες τα πράγματά σου
και χωρίσαμε.
Δώρο για τη γιορτή μου, ήτανε...
Καλή σου νύχτα Άννα
Όπου και να βρίσκεσαι. Όπου και να ‘σαι.
Να ‘σαι καλά και να προσέχεις!
Η μικρούλα μας ζωή
ένα ταξίδι στα φτερά της μοναξιάς
μονάχα είναι…
9 του Δεκέμβρη έχουμε σήμερα!
Γιορτάζει απόψε η απουσία σου.
Χρόνια πολλά και, καληνύχτα.
Γιάννης Νικολαΐδης
Ω ΠΟΣΟ ΘΑ ΄ΘΕΛΑ ΝΑ ΄ΣΟΥΝ ΕΔΩ!
Δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω αυτό το ποίημα
που από τη θλίψη του κουτσαίνει.
Πόσο φτωχές στ’ αλήθεια οι λέξεις!
Αδυνατούνε να υμνήσουνε
των μαύρων σου ματιών, το υπέροχο φως,
κι εκείνο το ηλεκτρισμένο βλέμμα σου,
το γεμάτο μπόρες,
έτοιμες να ξεσπάσουνε
σε καταιγίδα ερωτευμένης σάρκας.
Στιγμές αμέτρητες,
μέσα σε τόσο λίγο χρόνο,
οι επαφές μας...
Πνίγηκα στα ποτάμια των φιλιών σου.
Ψηλάφισα το ιδρωμένο σώμα
και τον πόθο σου.
Γνώρισα τ’ άλλο πρόσωπο του έρωτα
και της αγάπης.
Μου έδειξες το πόσο ευάλωτη είναι η σάρκα,
μα και πόσο υπέροχη,
σαν κρύβει μέσα της μια τρυφερή καρδιά.
Ω, πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ
τώρα που η απουσία σου ουρλιάζει από παντού:
‘‘Παραιτήσου, δεν έχεις μάθει τίποτε ακόμη.
Δεν έζησες’’.
Ω, πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ, όπως προχτές.
Γύρισες απ’ την κουζίνα
πατώντας στις μύτες των ποδιών,
μη και ταράξεις τη χαρά μου.
Έσκυψες πάνω μου,
σα να ‘θελες να με φιλήσεις.
Τα χείλη μου μισάνοιξαν παραδομένα.
Άφησες το κρύο νερό, από το στόμα σου
μες στο δικό μου να κυλήσει.
Κι εγώ ήπια το νερό σου, τον καημό σου
και τον πόθο σου.
Σμίξαμε τόσο έντονα!
Φοβήθηκα, στην αγκαλιά μου μη πεθάνεις,
καθώς κυλήσαμε χωρίς πνοή μες στ’ όνειρό μας.
Χάιδευες τις πληγές που άφησες στη πλάτη μου
κι εγώ μετρούσα τα σημάδια στο λαιμό σου.
‘‘Όποια κι αν είσαι, ότι κι αν είσαι σ’ αγαπώ’’. ψιθύριζα
κι απεγνωσμένα μ’ έσφιγγες και με φιλούσες.
Κι εγώ συνέχεια μάτωνα απ’ το τρελό σου πάθος.
Ω, πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ
μες στα σημάδια των αδέσποτων καιρών
και τη θλίψη του επερχόμενου χειμώνα.
Αυτά που ζήσαμε σχίζουν τη νύχτα
και φωνάζουν ‘‘σ’ αγαπώ’’.
Ω, πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ !
Γιάννης Νικολαΐδης
ET CLAMOR MEUS AD TE VENIAT
Τυφλά εκτρώματα
κουβαλάει η νύχτα
στις πλάτες της.
Περνοδιαβαίνουν στον ύπνο μας.
Τρομοκρατούνε τα όνειρά μας.
Μέσα σε κραυγές αγωνίας και λασπόνερα
παλεύουμε.
Παιδιά της αγωνίας
ενός ξεχασμένου Θεού,
που πάντα λείπει όταν τον χρειαζόμαστε…
Παιδιά της αγωνίας
ανάμεσα σε κτίρια - κλουβιά,
μπετό και τροχοφόρα
μεγαλώσαμε!
Μια ζωή να τρέχουμε κυνηγημένοι
από τους νταβατζήδες της κάθε εξουσίας.
Μια ζωή να τρέχουμε
σε δρόμους που πουθενά δεν οδηγούν
και πουθενά δε βγάζουν.
Όλα μας τα σχέδια τιναγμένα στον αέρα
σαν βεγγαλικά, με στιγμιαία λάμψη.
Γυρνάμε ξυπόλητοι, κρατώντας μαχαίρια.
Χτυπάμε στα τυφλά.
Κόβουμε τη νύχτα σε μικρά κομμάτια!
Κι ύστερα πάλι
θάβουμε σιωπηλά τους άταφους νεκρούς μας,
δίχως θρήνους κι οιμωγές!
Εμείς τα παιδιά της αγωνίας, μιας άλλης κοινωνίας!
Γιάννης Νικολαΐδης















