Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Ο Γιάννης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το εξατάξιο γυμνάσιο της Ξάνθης και μετά την εφηβεία έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε τη Δραματική Τέχνη. Συμμετείχε σε πολλά θεατρικά έργα, σε πέντε τηλεοπτικές σειρές, μία κινηματογραφική ταινία και σε εικοσιπέντε βιντεοταινίες των 80'ς. Ευτύχησε να συνεργαστεί με πολλούς από την παλιά γενιά του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου όπως οι Θανάσης Βέγγος, Ρένα Βλαχοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Σπύρος Καλογήρου, Γιάννης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Μούτσιος, Ασπασία Παπαθανασίου κ.ά. Στίχους του ερμήνευσαν δημοφιλείς τραγουδιστές όπως οι Αντώνης Βαρδής, Νότης Σφακιανάκης, Θέμης Αδαμαντίδης κ.ά. Για τις στιχουργικές του συμμέτοχες τού έχουν απονεμηθεί έξι πλατινένιοι και οκτώ χρυσοί δίσκοι. Ταξίδεψε και γνώρισε, πολλούς τόπους και ανθρώπους εντός και εκτός συνόρων. Οι μεταφυσικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν στην Αυτογνωσία ή Γνώση του εαυτού. Ζει στον κόσμο αυτόν, αλλά δεν είναι του κόσμου αυτού!

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023


ΜΕΓΑΛΩΝΩ

Μεγαλώνω
με τοίχους μουχλιασμένους
γύρω από την ψυχή μου.
Μεγαλώνω
σ’ ένα κόσμο που φθίνει σιγά - σιγά.
Δε ζητώ επιβεβαίωση πράξεων και γεγονότων.
Μόνο τη γαλήνη της καρδιάς ζητώ
και πρωινή στοργική παρουσία.
Μεγαλώνω
με συνοπτικές διαδικασίες, ελπίδες που τρίζουν,
ηλίθια δασκαλέματα, ανούσιες γνωριμίες
κι αδέσποτους σκύλους έξω απ' τα παράθυρά μου.
Μεγαλώνω
ανάμεσα σε βιαστικές υπάρξεις,
κινδυνεύοντας στο χάος της κυκλοφορίας,
κάνοντας προσευχές για καλύτερες μέρες 
και καλύτερους τόπους,
εκεί που όλοι θα ‘ναι ίσοι μεταξύ τους σε αγαθά,
αγάπη, Γνώση, καλοσύνη και ελπίδα.
Μεγαλώνω
με χρονοβόρα αισθηματικά αδιέξοδα,
ψυχοφθόρες χτεσινές αντεγκλήσεις
κι αξυρισιά εβδομάδων.
Ανακατεύω το άσπρο με το μαύρο
και βάφω γκρίζα όνειρα.
Πόθους κυοφορώ. Πόνους γεννάω.
Μικρούς καρκίνους σε μετάσταση γεννώ.
Αιμορραγώ σαν ύπαρξη, σαν πνεύμα.
Μου λείπει η δύναμη της αθωότητας
κι άλλες φορές η πίστη και το πάθος.
Μεγαλώνω
με ληστρικές κυβερνήσεις,
θρυμματισμένες ψηφοθηρικές υποσχέσεις,
παρακαταθήκες δακρύων και πόνου,
με ευκαιρίες που ποτέ δε μου δόθηκαν
και καρδιά πεταμένη στης ζωής τα αζήτητα.
Είμαι κραυγή που σκίζει το σκοτάδι.
Δημιουργώ γαλαξίες, νεφελώματα,
ουράνια σώματα
και μικρούς αγγέλους από φυσητό γυαλί.
Μεγαλώνω
Σ’ ένα ψεύτικο κόσμο,
που αρνούμαι να δεχτώ και να κατανοήσω.
Διανύω μουσκεμένα χιλιόμετρα Γνώσης,
οργής, κινδύνου, φόβου, μοναξιάς, υπομονής
και ανάγκης.
Κοιτάζω στον καθρέφτη το είδωλό μου.
Δεν είμαι εγώ.
Ή μήπως είμαι;
Εγώ που διέγραψα τον παλιό μου εαυτό,
κάνω ύπνο βιαστικό,
επουλώνω πληγές παλαιοτέρων ενσαρκώσεων
κι όνειρα χτίζω, 
δίχως στέγη.
Μεγαλώνω
σε κρύες αίθουσες αναμονής
των δήθεν φιλικών παραγωγών,
προσμένοντας το ρόλο της ζωής μου,
που ποτέ δε θα παίξω.
Μεγαλώνω
σε πολυτελή γραφεία διευθυντών 
δισκογραφικών εταιριών
με στίχους που λεν πως είναι πολύ σκληροί, 
για να γίνουνε τραγούδια…
Γιατί εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς
μα ούτε κι οι σκέψεις μου δεν είναι!
Μεγαλώνω
χωρίς δημόσιες σχέσεις,
συνειδητά μονάχος κι απροσάρμοστος,
ζητώντας πίσω όσα έδωσα,
διπλά να τα χαρίσω πάλι, σαν συγχώρεση...
Παρ’ όλα αυτά μεγαλώνω.
Των αδυνάτων είναι αδύνατον λοιπόν 
τα Ψυχοσάββατα να λησμονήσω...

https://www.wattpad.com/user/GNikolaidis


Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

ΑΝΘΡΩΠΟΙ



Άνθρωποι κολλημένοι στο έδαφος.

Ριζωμένοι στη γη.

Αρνούνται την αποκόλλησή τους πεισματικά.

Σα δέντρα που βαλθήκανε

στο ίδιο μέρος  -το γενέθλιο-

να ζήσουν, να πεθάνουν.

Έχουνε πρόβλημα...

Κυλάνε στους δρόμους τις ζωές τους,

με τα καταλυτικά τους αμαξάκια.

Αυτοί οι οδηγοί του Σαββατοκύριακου.

Βγαίνουν τη μοίρα τους να προκαλέσουνε

στις Εθνικές οδούς.

Να δραπετεύσουν απ’ τη μίζερη ζωή τους.

Να σκοτωθούν ή να σκοτώσουν.

Άνθρωποι κλεισμένοι στα  ‘‘εγώ’’  τους

και στους φόβους τους.

Σεργιανούν της μοναξιάς τους τα υπάρχοντα.

Πατάνε ο ένας τη ζωή του άλλου

κι ανταλλάσσουνε φιλοφρονήσεις,

που μοιάζουν με βρισιές.

Άνθρωποι νεκροζώντανοι.

Χωρίς υπομονή, δίχως χαμόγελο.

Σκουντούφληδες και κακομούτσουνοι.

Φοράνε τα ‘‘καλά’’  τους

κι επιβεβαιώνουνε την ύπαρξή τους

στις πίστες των ‘‘σκυλάδικων’’.

Άνθρωποι παραιτημένοι απ’ την απόσταση.

Παγιδευμένοι στη ψευδαίσθηση της ύλης.

Αιμορραγούν από παντού συνείδηση,

ταυτότητα, αγάπη κι ανθρωπιά.

Κυκλοφορούν ανάμεσά μας βιαστικά

κι έχουνε άποψη για όλα. 

Άνθρωποι με ειδικές ανάγκες

Στο σώμα, στο μυαλό και στην ψυχή!

Μυρίζουνε απουσία κι αποσύνθεση. 

Έχουνε άποψη για όλα!

Αυτοί που από καιρό έχουν πεθάνει,

αλλά δεν βρέθηκε κανείς, να τους το πει...

Λυπάμαι.

*Γιάννης Νικολαΐδης*

https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_

ΡΕΚΒΙΕΜ



Κι ήταν η μέρα

που άρχισε να βρέχει ροδοπέταλα

και ευωδιές, κάθε λογής.

Ξεγνοιασιά πολύχρωμων λεπιδοπτέρων

και μωβ τριαντάφυλλα, θυμάμαι.

Τόσο πολλά τα χρώματα κι η ομορφιά

που αδυνατώ να περιγράψω.

Κείνη τη μέρα,

εσύ γυμνή και με φτερά αγγέλου

εμφανίστηκες.

Η αύρα σου τρεμόπαιζε,

περιβάλλοντας με άχνα γαλάζιων πλανητών

το ερωτευμένο σου σώμα.

Κι ήταν της ψυχής σου το άπλετο φως,

Αμόλυντη επιβεβαίωση, στο πρόσωπό σου, θυμάμαι.

Αλήθεια,

κείνη τη μέρα, τα μαλλιά σου πιο ξανθά

μου φάνηκαν

κι εσύ ομορφότερη από ποτέ,

με γιασεμιά και κρίνους στολισμένη…

Και δυο ουράνια τόξα είχες στα μάτια σου,

θυμάμαι.

Κείνη τη μέρα, τα χείλη σου διψούσανε

για περιπέτεια.

Στα στήθη σου ο πόθος

σκορπούσε εναγώνιες αποχρώσεις κι ερεθίσματα.

Καλέσματα έπαιζαν κρυφτό

στην ντροπαλή σου ήβη,

φωνάζοντας ‘‘ευοί – ευάν’’, θυμάμαι.

Κείνη τη μέρα, έβρεχε κυκλάμινα, βιολέτες, μανουσάκια

κι υποσχέσεις.

Όλη η συμπαντική Σοφία

σε στιγμές ατέλειωτες, σε φως διάχυτο,

δέκατου τρίτου επιπέδου,

είχε παγιδευτεί.

Εκστατικός και θαμπωμένος απ’ τα δρώμενα,

‘‘Κύριε, δεν είμαι άξιος της τόσης ομορφιάς’’

ψιθύρισα.

Και ψηλαφούσα συνεχώς το σώμα σου,

το σώμα μου.

Απ’ την υφή τους, να βεβαιωθώ!

Κι ήμουνα εγώ, με σάρκινο περίβλημα.

Θνητός κι αθάνατος συνάμα.

Και είδα κι ένοιωσα τόσα πολλά,

που αν προσπαθήσω όλα να ιστορήσω,

θ’ αποτύχω!...

Τη μέρα εκείνη έβρεχε ηλιαχτίδες,

χρυσόσκονη αστεριών και κατανόηση.

Για μια στιγμή, νόμισα πως αν άνοιγα τα χέρια μου

θ’ ανέτρεπα το νόμο της βαρύτητας με μιας,

όπως κι εσύ…

…καθώς χτυπούσες τις φτερούγες σου

ν’ ανυψωθείς,

ένα μικρό, τόσο δα, πουπουλάκι

ξέφυγε

κι έπεσε μπροστά στα πόδια μου.

Έσκυψα δήθεν αδιάφορα

-ντράπηκα τόσο για το ψέμα της περίστασης-

το πήρα και με στοργή

και το έκρυψα βαθιά μες στην καρδιά μου,

σαν ανάμνηση.

Κι ήταν η μέρα που έβρεχε νοσταλγία

και ψευδαισθήσεις,

στη ξεθωριασμένη του κόσμου πραγματικότητα.

Κι οι λέξεις είχαν χάσει πια τη σημασία τους, θυμάμαι.

Και πάνω απ' όλους κι όλα εσύ

με φτερούγες αγγέλου, φωτοστέφανο

και σημάδια παράδοσης

στο γυμνό σου κορμί.

Να αιωρείσαι στο κενό

και να ‘σαι ταυτόχρονα έξω και μέσα μου,

σαν επαλήθευση των γεγονότων.

Ιχνηλάτησα το γλυκό της ηδονής μαρτύριο

στου κορμιού σου τις συντεταγμένες.

Κι ήταν του κόσμου η συντέλεια,

σε τρισδιάστατη οθόνη, δίχως ήχο,

όπως στα όνειρα…

…κι είχε απομείνει

πάνω στα τσαλακωμένα μας σεντόνια

μόνο η σάρκα, με τη σάρκα να μαλώνει...

Και οι ψυχές μας από πάνω. Να κοιτάζουνε.

Ναι, ήταν η μέρα που έβρεχε αγάπη

και ερωτευμένες πεταλούδες.

Ναι, ήταν η μέρα που πέφτανε απ’ τον ουρανό

καρδούλες δίχως αλεξίπτωτα

κι η Θεία μελωδία πλημμύριζε την πλάση.

Ναι ήταν η μέρα που γνώρισε

η μια ψυχή την άλλη

και υποκλίθηκε η σάρκα μπρος στο φως τους.

Χτεσινό γεγονός,

χαμένο στη σήραγγα του χωροχρόνου.

Ξεθώριασε κι αυτό

σαν όλα τα εφήμερα.

Αγαπημένη!

*Γιάννης Νικολαϊδης* 

https://www.facebook.com/pages/Ο%20χειμώνας%20της%20σιωπής/484699294973784/

ΒΡΕΧΕΙ...




Από τη μέρα που σε γνώρισα όλο βρέχει
κι έγινε πια τόσο μονότονη η ζωή μου
που δεν μπορώ ν' αντισταθώ
στα επερχόμενα
κι ούτε καλά - καλά να ονειρευτώ μπορώ.
Φταίει κι αυτός ο δράκος ο κακός.
Συνέχεια εμφανίζεται
ντυμένος δέρματα σφαγίων.
Τρομοκρατεί τον ύπνο μου με λάμψεις αστραπών
κι ανεστραμμένα είδωλα αγάπης.
Από τη μέρα που σε γνώρισα όλο βρέχει
κι εγώ γυμνός σα τρελαμένο ξωτικό
κάνω νυχτέρια στη πηγή
που λούζονται οι νεράιδες
και προκαλώ τις μάγισσες στα δάση
να μου πούνε για το μέλλον την αλήθεια.
Από τη μέρα που σε γνώρισα όλο βρέχει
κι έχει αποκτήσει τόση θλίψη
ετούτο εδώ το παραμύθι,
που οι ήρωές του πια δεν ερωτεύονται
κι ούτε μπορούν να δώσουν χάδια
και να πάρουνε φιλιά.
Από τη μέρα που σε γνώρισα όλο βρέχει
στον τροπικό της μοναξιάς μου
κι έχει αποκτήσει τόσα δάκρυα το μέλλον
που έγινε υπαρκτή αναγκαιότητα η φυγή,
μωρό μου.
Κι όλο παλεύω με τους δαίμονες,
κάθε φορά που ‘χει πανσέληνο
και η παλίρροια της αγάπης σου με πνίγει.
Γι’ αυτό ζητάω να ξεφύγω από τον εφιάλτη
που φέρει τ’ όνομά σου.
Γι’ αυτό πασχίζω να γλιτώσω
από τον αισθησιοβόλο σου έρωτα.
Λυπάμαι, μα θα βγω απ’ αυτό
το ψυχοφθόρο παραμύθι.
Να λυτρωθώ.
Να ζήσω.
Θέλω!

*Γιάννης Νικολαΐδης*

ΤΟ ΧΕΙΡΕΝΘΕΟΝ ΑΡΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ


Καμιά φορά κοιτάζω ξαπλωμένος

το ταβάνι

και συλλογιέμαι όλους εκείνους

που άδικα στο παρελθόν με κατηγόρησαν.

Η απουσία του βαπτιστή Ιωάννη

γίνεται τότε αισθητή,

σαν το αδιέξοδο των εφηβικών μας χρόνων!

Καμιά φορά κοιτάζω αφηρημένα το ταβάνι

κι όλα τα πρόσωπα που αγάπησα

τα βλέπω στριμωγμένα στη σειρά,

να περιμένουνε το τρόλεϊ για το σπίτι

ή τη χαρμόσυνη είδηση!

Καμιά φορά κοιτάζω ονειροπόλα το ταβάνι

κι όλοι οι αναξιοπαθούντες παρελαύνουν!

Ρακένδυτοι, ξυπόλητοι, σκελετωμένοι,

με λίγα ψιχουλάκια ελπίδας μες στις τσέπες,

κλεμμένα από τα περιστέρια του Συντάγματος!

Και κάπου - κάπου εμφανίζονται κάτι

ανθρωπόμορφα τέρατα.

Ποδοπατούνε, λέει, τους άστεγους, τους άνεργους

και τα όνειρά μας!

Και κάνω το σταυρό μου και προσεύχομαι.

Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, ψιθυρίζω.

Τότε εμφανίζεται ο προφήτης Ηλίας

πάνω στο τέθριππο της ανάληψής του!

Με χαιρετάει από ψηλά.

Λάμπει χρυσοφόρος και αγέρωχος

με ασημόσκονη αστεριών στα γένια,

στα μαλλιά του.

‘‘Μη ξεχνάς τον προορισμό σου’’

μου φωνάζει,

‘‘είσαι κι εσύ ένας ρομφαιοφόρος

πολεμιστής του φωτός!’’

Και παίρνω τα πάνω μου και καμαρώνω

κι ορκίζομαι ν’ αντισταθώ, ν’ αντέξω

την πεζή του κόσμου πραγματικότητα,

πάνω στων στίχων μου το χειρένθεον άρμα...

*Γιάννης Νικολαΐδης*

https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_

Σ' ΑΓΑΠΩ



Σαν σκηνικό κατεστραμμένο οι στιγμές μας
κάτω απ’ τη δυνατή βροχή της απουσίας σου.
Σε ψάχνω μέσα στο ανώνυμο πλήθος
που βιαστικά με προσπερνάει, στα τυχαία βλέμματα
στα γυμνά από χαμόγελο πρόσωπα σε ψάχνω…
Ναι, σε γυρεύω παντού
Μέσα στ’ ακαθόριστα σχήματα
στις αφηρημένες έννοιες και στα δακρυσμένα μάτια των παιδιών…
Στα νοτισμένα της καρδιάς μου τζάμια
γράφω και πάλι σ’ αγαπώ,
στ’ ορκίζομαι ψυχή μου, σ’ αγαπώ…
Κι όλο βρέχει…
Βγαίνω και πάλι στους δρόμους
να γράψω με spray στους τοίχους, παντού,
σ’ αγαπώ, πού είσαι, πού γυρνάς; Σ’ αγαπώ…
Θα περιμένω κι απόψε στη στάση του trolley
Μήπως φανείς, να σπάσει η σιωπή
ν’ ανατείλει η και πάλι η άνοιξη
με βιαστικά χελιδόνια, λουλούδια κι αρώματα!
Ναι, σε γυρεύω παντού!
Σε κάτι παλιές φωτογραφίες, σε μικρά σημειώματα
και σε γράμματα που δεν σου ταχυδρόμησα ποτέ!
Σ’ αγαπώ. Σε ζητώ
όπως το διψασμένο χώμα, τη βροχή,
όπως ο ναυτικός το λιμάνι
κι ο επαίτης τον οίκτο…
Σε γυρεύω παντού!
Στα στοιχειωμένα κάστρα
στη μοναξιά του φάρου,
εκεί που λυσσομανάει ο άνεμος
κι αναρωτιέμαι
ποιο θλιμμένο flamenco σε γέννησε, άπονη
με τα πανέμορφα μάτια;
Σ’ αγαπώ. Σε γυρεύω παντού
με την τρεμάμενη φλόγα
μιας μικρής, τόσης δα, ελπίδας…
Της ερημιάς μου ανιχνεύω το τοπίο…
Έχω χαθεί μέσα
στη σήραγγα του χρόνου
και της τρομακτικής απόστασης…
Σε είδα και πάλι στον ύπνο μου, χτες
κι ήσουνα, λέει, τόσο όμορφη
και εγώ σου φώναζα, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,
μέχρι που ξύπνησα κάθιδρος
σ’ ένα δωμάτιο παγωμένο
κι έβλεπα, λέει, την σκιά σου
να ξεμακραίνει βιαστικά
καθώς άπλωνα τ’ ανήμπορα χέρια μου
να σ’ αγκαλιάσω!
Σ’ αγαπώ, σου φώναξα, πού πας;
Μα η σιωπή με τύλιξε και πάλι…
Κι ήταν η πιο σκληρή σιωπή
που γνώρισα ποτέ μου!
Σ’ αγαπώ, σε γυρεύω παντού…
Στα λόγια που ανταλλάξαμε,
στις μικρές στιγμές μας,
στα ζεστά ερωτευμένα καλοκαίρια μας. Παντού!
Ναι, παντού!
Στα παθιασμένα μας φιλιά, στις καυτές ανάσες μας,
σ’ αυτά που δεν είπαμε, σ’ αυτά που δεν ζήσαμε…
Παντού!
Μα άφησες πίσω τόση απόσταση,
που ώρες - ώρες λέω, Θεέ μου, δεν θ’ αντέξω….
Κι όλο βρέχει! Βρέχει έξω και μέσα μου, πάντα βρέχει!
Κι ύστερα πάλι παίρνω δύναμη.
Δεν ξέρω πώς και από πού;
Μα εγώ επιμένω και σε ψάχνω
τώρα που ανοίξανε οι ουρανοί και βρέχει.
Σε γυρεύω παντού…
Στα θερινά σινεμά, στις μικρές αποδράσεις μας,
στις αληθινές στιγμές, ενός ψεύτικου κόσμου,
που διασχίζαμε ανέμελα…
Τότε που μου κρατούσες το χέρι σφιχτά
κι εγώ πάντα σου έλεγα:
μη φοβάσαι, δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, μ’ ακούς; Ποτέ!
Γιατί σ’ αγαπώ!...
Έσκυψαν κι οι άγγελοι από πάνω μου, όλο στοργή
και μου κρατάνε συντροφιά
στις βραδινές διαδρομές μου
και στις άσκοπες περιπλανήσεις μου…
Μιλάω μαζί τους… Όχι , όχι δεν είμαι τρελός!
Ένας αθεράπευτα ρομαντικός ποιητής είμαι,
ένας ταξιδιώτης τ’ ουρανού,
που χαϊδεύει τη σκόνη των άστρων!
Ένας μικρός τροβαδούρος
της αγάπης του Σύμπαντος, μονάχα είμαι…
Σ’ αγαπώ!
Σ’ αγαπώ, σε γυρεύω παντού!
Κι ελπίζω ακόμα, στης αγάπης,
το μεγάλο θαύμα.
Στο θαύμα των θαυμάτων!
Γιατί η αγάπη είναι θαύμα θαυμάτων
κι απ’ όλα τα θαύματα, το πιο θαυμαστό!
Σ’ αγαπώ!
*Γιάννης Νικολαϊδης*

ΔΕ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ ΠΙΑ



Τις μικρές στιγμές μας

δε χαιρόμαστε πια.

Εισβάλλουνε διεφθαρμένα χέρια

στη ζωή μας.

Μεταφέρουνε τη ματαιοδοξία της ύλης

και την αποσύνθεση.

Καπηλεύονται τα πάντα

και συνεχώς ζητάνε υπομονή.

Τις μικρές στιγμές μας

δε χαιρόμαστε πια.

Τις κηλιδώνουνε ντροπές

που τρέξαν να κρυφτούνε

σε πανικόβλητα φιλιά

και σκέψεις τρομαγμένες.

Θλιβεροί επίγονοι 

χαμένοι στο τούνελ της απάτης,

κοιτάμε του φωτός τη θαλπωρή να ξεμακραίνει.

Υποφέρουμε από χάσματα επίγνωσης

και ύπνο ταραγμένο.

Τις μικρές στιγμές μας

δε χαιρόμαστε πια,

γιατί το σύστημα είναι φτιαγμένο έτσι

για να χάνουμε!

Ξεχάσαμε από καιρό να αγαπάμε

και δεν ακούμε πια τα λόγια της καρδιάς.

Δεν ακούμε τη σιωπή των αισθημάτων.

Και τα μετράμε όλα, δυστυχώς, με λογική

κι εικονικές ανάγκες.

Τις μικρές στιγμές μας μόνοι μας καταστρέφουμε.

Με αυριανά απραγματοποίητα σχέδια

και χτεσινά πραγματοποιημένα λάθη.

Τις μικρές στιγμές μας

δε χαιρόμαστε πια,

γιατί ξεχάσαμε στο σήμερα να ζούμε

και στο τώρα!

*Γιάννης Νικολαΐδης*

https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_