Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Ο Γιάννης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το εξατάξιο γυμνάσιο της Ξάνθης και μετά την εφηβεία έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε τη Δραματική Τέχνη. Συμμετείχε σε πολλά θεατρικά έργα, σε πέντε τηλεοπτικές σειρές, μία κινηματογραφική ταινία και σε εικοσιπέντε βιντεοταινίες των 80'ς. Ευτύχησε να συνεργαστεί με πολλούς από την παλιά γενιά του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου όπως οι Θανάσης Βέγγος, Ρένα Βλαχοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Σπύρος Καλογήρου, Γιάννης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Μούτσιος, Ασπασία Παπαθανασίου κ.ά. Στίχους του ερμήνευσαν δημοφιλείς τραγουδιστές όπως οι Αντώνης Βαρδής, Νότης Σφακιανάκης, Θέμης Αδαμαντίδης κ.ά. Για τις στιχουργικές του συμμέτοχες τού έχουν απονεμηθεί έξι πλατινένιοι και οκτώ χρυσοί δίσκοι. Ταξίδεψε και γνώρισε, πολλούς τόπους και ανθρώπους εντός και εκτός συνόρων. Οι μεταφυσικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν στην Αυτογνωσία ή Γνώση του εαυτού. Ζει στον κόσμο αυτόν, αλλά δεν είναι του κόσμου αυτού!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ερωτική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ερωτική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2023

Ω, ΜΥΡΣΙΝΗ

 


Ω, Μυρσίνη

μορφή ακαθόριστη

πάνω στο βράχο που παλεύει με το κύμα

πιασμένη στα δίχτυα του απομεσήμερου!


Ω, Μυρσίνη

χαμένη στο τραγούδι του τζίτζικα,

να μου γνέφεις ξεδιάντροπα

σαν γοργόνα ανέραστη

καβάλα στου Αιγαίου τα κύματα,

με τα μαλλιά σου στολισμένα

με φύκια, κοράλλια κι αστερίες…


Ω, Μυρσίνη

με τα βαθυγάλαζα μάτια

και τις Κυκλάδες κρεμασμένες στα αυτιά σου,

πού χάθηκες,

τη στιγμή που πήρα την απόφαση

να έρθω να σε βρω;


Ω, Μυρσίνη

του αρχιπελάγους αμέριμνη θεότητα

με τις κατάλευκες φτερούγες

και την εύνοια των άστρων

στο κατώφλι σου,

πού είσαι, πες μου, πού γυρνάς;


Ω, Μυρσίνη

με το πλούσιο στήθος

και τα ξέπλεκα μαλλιά,

ικέτης και ανήμπορος στο διάβα σου,

ο πόθος μου!

Δε μπορώ ν’ αρθρώσω ούτε μια λέξη

που να μην έχει ειπωθεί…


Ω, Μυρσίνη

στο τέθριππο του Ήλιου ανεβασμένη

φεγγοβολάς σαν έρωτας

που νίκησε για πάντα το θάνατο!


Ω, Μυρσίνη

της χαραυγής και της χίμαιρας,

με την κορδέλα στα μαλλιά σου,

ζωοδότρια εσύ, εκπάγλου καλλονής,

λικνίζεσαι μετέωρη

μεταξύ παραμυθιού και ποίησης,

όπως η δροσοσταλιά στο πορφυρό ροδοπέταλο!


Ω, Μυρσίνη

αρχέγονο θαύμα – αρχέγονο τραύμα,

προκλητική κι ακριβοθώρητη

ποιό προπατορικό αμάρτημα

μας χώρισε και ποιό κύκνειο άσμα;


Ω, Μυρσίνη

κρυμμένη στο θρόισμα των φύλλων

που ριγούν στο χάδι του ανέμου.

Τα χελιδόνια έφεραν δεκάδες καλοκαιριά

για να τα ζήσουμε παρέα!

Πού είσαι; Μίλα μου… Πού είσαι; Πες μου!


Ω, Μυρσίνη

των εφηβικών μου ερώτων,

με τα φιλήδονα χείλη, που καίγανε τα χείλη μου

και την παλλόμενη, κάτω απ’ το χάδι μου, σάρκα,

ποιό μυστικό σε πήρε μαζί του στο απόγειο της αγάπης μας;


Ω, Μυρσίνη

ουρλιάζω στο σύθαμπο

κι επιστρέφει ξανά η φωνή μου σαν Ερινύα…

Έφυγες και πήρες τις ζεστές μου εικόνες

και τα καλοκαίρια γίνανε χειμώνες

που δεν συγχώρησαν ποτέ την απουσία σου!

Ποτέ μ’ ακούς; Ποτέ αγάπη μου. Ποτέ.


Ω, Μυρσίνη

των Αυγουστιάτικων μελτεμιών,

μικρή μου ηλιογέννητη,

θέλω ξανά να σε δω

να τρέχεις γυμνούλα και ξυπόλητη

και ν’ ανεμίζεις γελώντας το μεσοφόρι σου

σαν παντιέρα του έρωτα,

καταμεσήμερο, μες στο λιοπύρι

κι εγώ να τρέχω και πάλι ξοπίσω σου

να μαζέψω τις γόβες σου

πριν τις πάρει το κύμα…


Ω, Μυρσίνη

της έκπληξης και του απροσδόκητου!


Ω, Μυρσίνη,

του Αιγαίου χρώμα κι αλμύρα

είναι τα δώρα που σου πήρα,

όμως της απουσίας σου η εικόνα

σκύβει και με φιλάει το στόμα…


Ω, Μυρσίνη!


https://www.wattpad.com/user/GNikolaidis

Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

Σ' ΑΓΑΠΩ



Σαν σκηνικό κατεστραμμένο οι στιγμές μας
κάτω απ’ τη δυνατή βροχή της απουσίας σου.
Σε ψάχνω μέσα στο ανώνυμο πλήθος
που βιαστικά με προσπερνάει, στα τυχαία βλέμματα
στα γυμνά από χαμόγελο πρόσωπα σε ψάχνω…
Ναι, σε γυρεύω παντού
Μέσα στ’ ακαθόριστα σχήματα
στις αφηρημένες έννοιες και στα δακρυσμένα μάτια των παιδιών…
Στα νοτισμένα της καρδιάς μου τζάμια
γράφω και πάλι σ’ αγαπώ,
στ’ ορκίζομαι ψυχή μου, σ’ αγαπώ…
Κι όλο βρέχει…
Βγαίνω και πάλι στους δρόμους
να γράψω με spray στους τοίχους, παντού,
σ’ αγαπώ, πού είσαι, πού γυρνάς; Σ’ αγαπώ…
Θα περιμένω κι απόψε στη στάση του trolley
Μήπως φανείς, να σπάσει η σιωπή
ν’ ανατείλει η και πάλι η άνοιξη
με βιαστικά χελιδόνια, λουλούδια κι αρώματα!
Ναι, σε γυρεύω παντού!
Σε κάτι παλιές φωτογραφίες, σε μικρά σημειώματα
και σε γράμματα που δεν σου ταχυδρόμησα ποτέ!
Σ’ αγαπώ. Σε ζητώ
όπως το διψασμένο χώμα, τη βροχή,
όπως ο ναυτικός το λιμάνι
κι ο επαίτης τον οίκτο…
Σε γυρεύω παντού!
Στα στοιχειωμένα κάστρα
στη μοναξιά του φάρου,
εκεί που λυσσομανάει ο άνεμος
κι αναρωτιέμαι
ποιο θλιμμένο flamenco σε γέννησε, άπονη
με τα πανέμορφα μάτια;
Σ’ αγαπώ. Σε γυρεύω παντού
με την τρεμάμενη φλόγα
μιας μικρής, τόσης δα, ελπίδας…
Της ερημιάς μου ανιχνεύω το τοπίο…
Έχω χαθεί μέσα
στη σήραγγα του χρόνου
και της τρομακτικής απόστασης…
Σε είδα και πάλι στον ύπνο μου, χτες
κι ήσουνα, λέει, τόσο όμορφη
και εγώ σου φώναζα, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,
μέχρι που ξύπνησα κάθιδρος
σ’ ένα δωμάτιο παγωμένο
κι έβλεπα, λέει, την σκιά σου
να ξεμακραίνει βιαστικά
καθώς άπλωνα τ’ ανήμπορα χέρια μου
να σ’ αγκαλιάσω!
Σ’ αγαπώ, σου φώναξα, πού πας;
Μα η σιωπή με τύλιξε και πάλι…
Κι ήταν η πιο σκληρή σιωπή
που γνώρισα ποτέ μου!
Σ’ αγαπώ, σε γυρεύω παντού…
Στα λόγια που ανταλλάξαμε,
στις μικρές στιγμές μας,
στα ζεστά ερωτευμένα καλοκαίρια μας. Παντού!
Ναι, παντού!
Στα παθιασμένα μας φιλιά, στις καυτές ανάσες μας,
σ’ αυτά που δεν είπαμε, σ’ αυτά που δεν ζήσαμε…
Παντού!
Μα άφησες πίσω τόση απόσταση,
που ώρες - ώρες λέω, Θεέ μου, δεν θ’ αντέξω….
Κι όλο βρέχει! Βρέχει έξω και μέσα μου, πάντα βρέχει!
Κι ύστερα πάλι παίρνω δύναμη.
Δεν ξέρω πώς και από πού;
Μα εγώ επιμένω και σε ψάχνω
τώρα που ανοίξανε οι ουρανοί και βρέχει.
Σε γυρεύω παντού…
Στα θερινά σινεμά, στις μικρές αποδράσεις μας,
στις αληθινές στιγμές, ενός ψεύτικου κόσμου,
που διασχίζαμε ανέμελα…
Τότε που μου κρατούσες το χέρι σφιχτά
κι εγώ πάντα σου έλεγα:
μη φοβάσαι, δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, μ’ ακούς; Ποτέ!
Γιατί σ’ αγαπώ!...
Έσκυψαν κι οι άγγελοι από πάνω μου, όλο στοργή
και μου κρατάνε συντροφιά
στις βραδινές διαδρομές μου
και στις άσκοπες περιπλανήσεις μου…
Μιλάω μαζί τους… Όχι , όχι δεν είμαι τρελός!
Ένας αθεράπευτα ρομαντικός ποιητής είμαι,
ένας ταξιδιώτης τ’ ουρανού,
που χαϊδεύει τη σκόνη των άστρων!
Ένας μικρός τροβαδούρος
της αγάπης του Σύμπαντος, μονάχα είμαι…
Σ’ αγαπώ!
Σ’ αγαπώ, σε γυρεύω παντού!
Κι ελπίζω ακόμα, στης αγάπης,
το μεγάλο θαύμα.
Στο θαύμα των θαυμάτων!
Γιατί η αγάπη είναι θαύμα θαυμάτων
κι απ’ όλα τα θαύματα, το πιο θαυμαστό!
Σ’ αγαπώ!
*Γιάννης Νικολαϊδης*

ΔΕ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ ΠΙΑ



Τις μικρές στιγμές μας

δε χαιρόμαστε πια.

Εισβάλλουνε διεφθαρμένα χέρια

στη ζωή μας.

Μεταφέρουνε τη ματαιοδοξία της ύλης

και την αποσύνθεση.

Καπηλεύονται τα πάντα

και συνεχώς ζητάνε υπομονή.

Τις μικρές στιγμές μας

δε χαιρόμαστε πια.

Τις κηλιδώνουνε ντροπές

που τρέξαν να κρυφτούνε

σε πανικόβλητα φιλιά

και σκέψεις τρομαγμένες.

Θλιβεροί επίγονοι 

χαμένοι στο τούνελ της απάτης,

κοιτάμε του φωτός τη θαλπωρή να ξεμακραίνει.

Υποφέρουμε από χάσματα επίγνωσης

και ύπνο ταραγμένο.

Τις μικρές στιγμές μας

δε χαιρόμαστε πια,

γιατί το σύστημα είναι φτιαγμένο έτσι

για να χάνουμε!

Ξεχάσαμε από καιρό να αγαπάμε

και δεν ακούμε πια τα λόγια της καρδιάς.

Δεν ακούμε τη σιωπή των αισθημάτων.

Και τα μετράμε όλα, δυστυχώς, με λογική

κι εικονικές ανάγκες.

Τις μικρές στιγμές μας μόνοι μας καταστρέφουμε.

Με αυριανά απραγματοποίητα σχέδια

και χτεσινά πραγματοποιημένα λάθη.

Τις μικρές στιγμές μας

δε χαιρόμαστε πια,

γιατί ξεχάσαμε στο σήμερα να ζούμε

και στο τώρα!

*Γιάννης Νικολαΐδης*

https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_

ΕΚΕΙ ΠΑΣΧΙΖΩ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ



Σε δρόμους με μπαχαρικά και κήπους με φεγγάρια,

στις νύχτες των παραμυθιών,

εκεί πασχίζω να σε βρω, 

δυο λόγια μόνο να σου πω, να σου μιλήσω.

Εκεί οι κέδροι κι οι οξιές, τα πεύκα και οι καστανιές,

τα χρώματα κι οι μουσικές και τ’ αστρικά ταξίδια…

Σε κάστρα με πριγκίπισσες και λαμπερούς ιππότες,

σε ορυχεία ξωτικών, σε ορμητήρια πειρατών

και ξέφωτα αγάπης, εκεί πασχίζω να σε βρω

κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό,

ντυμένος φως του φεγγαριού, 

σε κόσμο ανόητο, σκληρό και ταραγμένο.

Κρατώ στα χέρια μου στιγμές από αιώνες σιωπής

ανθρώπων που χαθήκαν,

σε βιαστικές διαδρομές και σε αλήτες έρωτες

κι όλο πασχίζω να σε βρω, να σου μιλήσω…

Να πω για μένα και γι’ αυτούς

τα λόγια που δεν πρόλαβαν ποτέ να ειπωθούνε!

Και θα ‘ναι λόγια τρυφερά

σαν νεογέννητα μωρά, σαν αγγελούδια,

που ήρθαν να ζήσουνε εδώ

σε κόσμο ανόητο, σκληρό και ταραγμένο.

Κι όλο πασχίζω να σε βρω

εκεί στα μέρη των ληστών,

στις γέφυρες των στεναγμών,

σε στενοσόκακα λυγμών και αποβάθρες...

Εκεί στις άκρες των γκρεμών, 

που ‘χουν φωλιές οι αετοί

και χέρι δεν τις φτάνει.

Εκεί πασχίζω να σε βρω,

μέσα στα μάτια μου να δεις

κόσμους λησμονημένους.

Να δεις Θεούς μα και θνητούς

και τάγματα αγγέλων…

Να ξαναγγίξεις τη ζωή,

να αγαπήσεις της ζωής το μέγα θαύμα!

Εκεί πασχίζω να σε βρω.

Εκεί που κελαηδούν πουλιά

κι αγριολούλουδα ευωδιάζουν.

Σε ένα κόσμο ιδεατό

αλλά πολύ αληθινό για να ‘ναι ψέμα!

Εκεί πασχίζω να σε βρω ανασαιμιά μου,

να ‘χεις στεφάνι του Μαγιού

στα ξέπλεκα μαλλιά σου

και μια αιώνια άνοιξη

στ’ ωραίο πρόσωπό σου!

Να λάμπει ο ήλιος γελαστός πάνω από το Αιγαίο,

να λαμπιρίζουν τα νερά

και να φυτρώνουνε βοτάνια ευωδιαστά 

ανάμεσα στις ξασπρισμένες πέτρες.

Να βγαίνεις απ’ τη θάλασσα

και να κρατάς κοχύλια 

και να σε βλέπουνε οι γοργόνες, να ζηλεύουνε

και να ‘ναι η πλάση η ευγενική

σε πλήρη αρμονία! 

Γι’ αυτό πασχίζω να σε βρω

να σε προλάβω να σου πω

τα λάθη που έκανα εγώ

εσύ να μην τα κάνεις!


*Γιάννης Νικολαϊδης*


https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_

ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ


  

Εσύ είσαι. Ο έρωτας!

Γυμνή στην πέτρινη σιωπή της Ξάνθης

ν’ ανεμίζεις τα μαλλιά σου

και ν’ αφουγκράζεσαι το πάθος μου.

Άλλες τ’ απόφωτα της Σαλονίκης να θυμίζεις

κι άλλες τους βράχους των Αβδήρων.

Επιθυμώ, ν’ αλλάζουν μεταξύ τους ψεύδη οι πολιτείες

και οι τόποι, ίσα με της Θάσου το σκαμμένο πρόσωπο.

Εσύ είσαι. Ο έρωτας!

Γυμνή στη μοναξιά σου και απρόσιτη,

στης Αίγινας τα καλντερίμια να με ψάχνεις.

Τη μια τσιγγάνα, την άλλη μάγισσα ξυπόλητη.

Η νύχτα κρύφτηκε από καιρό στην ψυχοφθόρα αγκαλιά σου

κι έχεις το μαύρο της το χρώμα

μες στα μάτια σου.

Κυοφορείς φόβους και φως,

σαν μελετάς τις χαρακιές στο πρόσωπό μου

και λυπάσαι.

Εσύ είσαι. Ο έρωτας!

Η περιπέτεια της Αθήνας κι η απόσταση.

Μα επιθυμώ μαρμάρινη σιωπή αρχαίων αγαλμάτων

και ήλιο.

Στο μαντείο των Δελφών

και στην Επίδαυρο, ντυμένη υποσχέσεις,

δειλά - δειλά να ξεπροβάλλεις.

Κι εγώ να σε καλωσορίζω

ιοβόλα μου ύπαρξη.

Εσύ είσαι. Ο έρωτας!

Στου Ναύπλιου την πέτρα την καυτή,

στης Πάργας τις ανηφοριές, στην Ασπροβάλτα.

Στα Ελευσίνια μυστήρια Ιέρεια στητή κι αγέρωχη

και στην Ιερά οδό ικέτιδα, απελπισμένη.

Κρατώντας μια ζωή τις γόβες σου στο χέρι.

Ομορφούλα μου. Σ' αναγνωρίζω.

Εσύ είσαι. Ο έρωτας!

Και η ταλαιπωρία της ψευδαίσθησης,

εσύ μωρό μου είσαι.

Σταγόνα αγάπης είσαι.

Και σε θέλω.

https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_

ΕΦΥΓΕΣ

 


Έφυγες και πίσω σου άφησες

ένα μανδύα λησμονιάς,

το κορμί μου να τυλίγω,

να μη ματώνει και πονά,

που σ’ άλλες πλέον αγκαλιές

διανυκτερεύεις τώρα φως μου.

Έφυγες και πίσω σου άφησες

τη γεύση του φιλιού σου στα χείλη μου, μωρό μου,

κάτι παλιές φωτογραφίες

και λίγα μικροπράγματα

να μου φωτίζουνε της απουσίας σου

την ψυχοφθόρα νύχτα.

Έφυγες και πίσω σου άφησες

της φωνής σου την ηχώ

μέσα στου χρόνου τις ρωγμές,

τη μυρωδιά απ’ του κορμιού σου τον ιδρώτα

κι ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα νεκρά,

έτσι για την ταπείνωση των αισθημάτων.

Έφυγες και πίσω σου άφησες

ενθύμια χρωματιστά,

σαν πινελιές

στης ξεγνοιασιάς σου το ηλιοβασίλεμα.

Έφυγες και πίσω σου άφησες

της αγωνίας σου το ουράνιο τόξο,

τα λόγια της μετέωρης αγάπης σου

και κάτι ακόμα

που τώρα πια δεν το θυμάμαι.

Έφυγες και πίσω σου άφησες

τοπία μ’ αστέρια και φεγγάρια,

να μου κρατούνε συντροφιά

όταν εσύ θα ‘σαι χαμένη σε μπαράκια

κι υποσχέσεις,

μοιράζοντας χαμόγελα, φιλάκια γνωριμίας

και τηλέφωνα.

Έφυγες και πίσω σου άφησες

μία πληγή βαθιά μες στην καρδιά μου

και τη βροχή των ουρανών

να βρίσκει διεξόδους μες τα μάτια μου.

Έφυγες

κι έχει γεμίσει τόση υγρασία τώρα η ζωή μου

που ακόμα κι οι ελπίδες μετακόμισαν...

Έφυγες

κι η μοναξιά μου φέρει τώρα τ’ όνομά σου.

Καλή σου νύχτα θλίψη μου.

Ο δρόμος της αγάπης είναι ένα ατέλειωτο ταξίδι.

Καλή σου νύχτα.

Να προσέχεις...

*Γιάννης Νικολαΐδης*

https://www.goodreads.com/.../15057513.Giannis_Nikolaidis_

ΘΑ ΣΕ ΒΡΩ


Έζησα το πιο καυτό μου καλοκαίρι

κι όμως χιονίζει ακόμα μέσα μου

από τότε που έφυγες…

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω

τον Λεβάντε απ’ τον Πουνέντε

τον Γρέγο απ’ τον Γαρμπή

τον Μαΐστρο απ’ τον Σορόκο,

μα θα σχίσω τα πέλαγα της απονιάς σου,

ένας ακόμα της αγάπης πειρατής που παλεύει

με μανιασμένα κύματα κι αρμύρα,

κόντρα στον άνεμο και στα στοιχειά της φύσης

και θα σε βρω, μ’ ακούς;

Θα ξεγελάσω όλους τους δράκους και τις μάγισσες

των παιδικών παραμυθιών

και σε βρω στις παρυφές του νεραϊδόκοσμου,

πιο πέρα κι απ’ το στοιχειωμένο δάσος των θλιμμένων ξωτικών.

Θα προσπεράσω την Υπερβορεία

και τον Αρκτικό κύκλο της αιώνιας παγωνιάς σου,

εκεί στην άκρη του κόσμου, 

στα πέρατα των ουρανών

θα αγνοήσω τον θάνατο...

Σαν το φλεγόμενο βέλος του έρωτα

θα διασχίσω της νύχτας τη σιωπή

και θα μπω βαθιά στην παγωμένη σου καρδιά!

Εκεί στον τελευταίο σταθμό,

εκεί που δεν πηγαίνουνε τα τραίνα.

Κι εσύ θα ‘σαι ξυπόλυτη σαν ενοχή, δίχως γόβες,

χαμένη στην ακινησία των άστρων,

γυμνή από προσχήματα και διάφανη

και θ’ ανεμίζουνε σε slow motion τα μαλλιά σου

και θα ‘ναι τ’ ωραίο πρόσωπό σου

πιο χλωμό κι από τον θάνατο ακόμα.

Ναι θα σε βρω

για ν’ αντικρύσω και πάλι τα φωτεινά σου μάτια

και το υπέροχο χαμόγελό σου…

Θα περιμένω

να μου δώσεις έστω μία εξήγηση

που καταστρέψαμε μια ολόκληρη ζωή

για ένα πείσμα σου,

ή να μου πεις το καινούριο σου ψέμα.

Ναι θα σε βρω

πιο πέρα απ’ την ανυπαρξία,

να σου ζητήσω συγγνώμη

γιατί σ’ αγάπησα παράφορα

κι ακόμα σε λατρεύω τόσο,

που θα σε ψάχνω ακόμα

και στην άλλη μου ζωή…

Ναι θα σε βρω! Να το θυμάσαι!

Θα σε βρω οπωσδήποτε

γιατί έτσι πρέπει να γίνει.

Θα σε βρω αγάπη μου!

Να ξέρεις

θα σε βρω!

*Γιάννης Νικολαΐδης*

https://www.smashwords.com/profile/view/templarioannis

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

ΑΝΝΑ



Θυμάμαι, βρεγμένους δρόμους

τυλιγμένους στην ομίχλη

κι εσένα γερμένη στη μοτοσικλέτα μου,

κάπου στο Μοναστηράκι…

Καπνίζεις πάλι νευρικά.

Το ‘‘παίζεις’’ θιγμένη και απρόσιτη.

Δε μιλάς, ούτε μ’ αγγίζεις!

Τι κρίμα

τα όμορφά σου μάτια,

τόσο ψυχρά κι απόμακρα, να είναι.

Όπως την πρώτη φορά που σε γνώρισα…

Σεπτέμβρης ήτανε θαρρώ…

Όπως την τελευταία μέρα σπίτι μου,

Που μάζεψες τα πράγματά σου

και χωρίσαμε.

Δώρο για τη γιορτή μου, ήτανε...

Καλή σου νύχτα Άννα

Όπου και να βρίσκεσαι. Όπου και να ‘σαι.

Να ‘σαι καλά και να προσέχεις!

Η μικρούλα μας ζωή

ένα ταξίδι στα φτερά της μοναξιάς

μονάχα είναι…

9 του Δεκέμβρη έχουμε σήμερα!

Γιορτάζει απόψε η απουσία σου.

Χρόνια πολλά και, καληνύχτα.

Γιάννης Νικολαΐδης

Ω ΠΟΣΟ ΘΑ ΄ΘΕΛΑ ΝΑ ΄ΣΟΥΝ ΕΔΩ!



Δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω αυτό το ποίημα

που από τη θλίψη του κουτσαίνει.

Πόσο φτωχές στ’ αλήθεια οι λέξεις!

Αδυνατούνε να υμνήσουνε

των μαύρων σου ματιών, το υπέροχο φως,

κι εκείνο το ηλεκτρισμένο βλέμμα σου,

το γεμάτο μπόρες,

έτοιμες να ξεσπάσουνε

σε καταιγίδα ερωτευμένης σάρκας.

Στιγμές αμέτρητες,

μέσα σε τόσο λίγο χρόνο,

οι επαφές μας...

Πνίγηκα στα ποτάμια των φιλιών σου.

Ψηλάφισα το ιδρωμένο σώμα

και τον πόθο σου.

Γνώρισα τ’ άλλο πρόσωπο του έρωτα

και της αγάπης.

Μου έδειξες το πόσο ευάλωτη είναι η σάρκα,

μα και πόσο υπέροχη,

σαν κρύβει μέσα της μια τρυφερή καρδιά.

Ω, πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ

τώρα που η απουσία σου ουρλιάζει από παντού:

‘‘Παραιτήσου, δεν έχεις μάθει τίποτε ακόμη.

Δεν έζησες’’.

Ω, πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ,  όπως προχτές.

Γύρισες απ’ την κουζίνα

πατώντας στις μύτες των ποδιών,

μη και ταράξεις τη χαρά μου.

Έσκυψες πάνω μου,

σα να ‘θελες να με φιλήσεις.

Τα χείλη μου μισάνοιξαν παραδομένα.

Άφησες το κρύο νερό, από το στόμα σου

μες στο δικό μου να κυλήσει.

Κι εγώ ήπια το νερό σου, τον καημό σου

και τον πόθο σου.

Σμίξαμε τόσο έντονα!

Φοβήθηκα, στην αγκαλιά μου μη πεθάνεις,

καθώς κυλήσαμε χωρίς πνοή μες στ’ όνειρό μας.

Χάιδευες τις πληγές που άφησες στη πλάτη μου

κι εγώ μετρούσα τα σημάδια στο λαιμό σου.

 ‘‘Όποια κι αν είσαι, ότι κι αν είσαι σ’ αγαπώ’’. ψιθύριζα

κι απεγνωσμένα μ’ έσφιγγες και με φιλούσες.

Κι εγώ συνέχεια μάτωνα απ’ το τρελό σου πάθος.

Ω, πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ

μες στα σημάδια των αδέσποτων καιρών

και τη θλίψη του επερχόμενου χειμώνα.

Αυτά που ζήσαμε σχίζουν τη νύχτα

και φωνάζουν ‘‘σ’ αγαπώ’’.

Ω, πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ !

Γιάννης Νικολαΐδης

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΥΔΡΟΥ ΟΞΕΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΙΣΘΕΝΟΥΣ ΣΙΔΗΡΟΥ (ΣΚΕΨΗ ΠΡΩΤΗ )


Ζούμε στην εποχή του ένυδρου οξειδίου
του τρισθενούς σιδήρου, μάτια μου.
Του μηδέν και του τίποτα.
Στην εποχή των τυχοθήρων, φως μου, ζούμε.
Κι εγώ ο σπονδοφόρος σταυροφόρος
παραμένω υληγενής λυχνιοφόρος...
Τρακταϊστής και σκεπτικός
στο ρείθρο της πατρίδας
κι έχω στα μάτια δάκρυα
και μια καρδούλα ευαίσθητη
μα πλέον φωτοφόρα!

Του παρελθόντος πειρατής και με γοργή γαλέρα
στο Μυρτώο πέλαγος, στο Ιόνιο, στο Αιγαίο
σκορπίζω άνθη λεμονιάς και δάκρυα Αγίων,
να γαληνεύω τα νερά σαν νέος υδροβάτης
και τις νυχτιές ν’ ακολουθώ
τ’ άστρο της τραμουντάνας!

Φορώ ενώτια μοναξιάς, αγάπης και τραυμάτων.
Μιλώ σπασμένα Ελληνικά
στη χώρα των θαυμάτων.
Βλέπω παιδιά των φαναριών,
της ιστορίας κλέφτες,
του μπαλκονιού πολιτικούς
κι από την κούνια ψεύτες!

Ζούμε σ’ αυτή την εποχή της χλαλοής
και της μεγάλης λειψυδρίας αισθημάτων.
Έχω στο σώμα εγκαύματα από ανθρώπων χάδια
και τριγυρνάω σαν το σκυλί το αδέσποτο
τα βράδια.
Δεν έχω πού να κρατηθώ, δεν ξέρω πού να πάω
Σ’ αυτή τη γκρίζα εποχή μιας γης
που αργοπεθαίνει.
Θύμα του τζόγου, της TV
της θλίψης και του πόνου,
των λαϊκών τραγουδιστών,
των βιτρινών, των φωτεινών επιγραφών,
της μοναξιάς και των κρετίνων...

Είμαι εγώ, όπως κι εσύ αγάπη μου, το θύμα
μα εγώ να φύγω θέλω, λεβέντης και περήφανος,
σαν λύκος που μεγάλωσε στην ερημιά του δάσους.
Χρυσόμορφος, χρυσόβρυτος
και πάντα χρυσοθώραξ.
Μπορεί να έγινα αμνός, μα τη σφαγή αρνούμαι!

Ζούμε, λοιπόν, στην εποχή της άμετρης βλακείας
των πλαστικών μας σκουπιδιών,
των πεταμένων φαγητών,
των νηστικών παιδιών, της παιδικής πορνείας,
του εμπορίου οργάνων,
των διαπλεκομένων συμφερόντων,
και της διαφθοράς!

Ζούμε, λοιπόν, στην εποχή του ένυδρου οξειδίου
του τρισθενούς σιδήρου,
των σκουριασμένων μας στιγμών,
της σκουριασμένης μας ζωής
της κουρασμένης μας ζωής,
της πεθαμένης!

Ζούμε;

by Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ on Τετάρτη, 6 Απρίλιος 2011 στις 7:25 μ.μ.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ



Μην ανησυχείς.
Θα σου δώσω σήμερα ένα τόσο τρυφερό μήνυμα
που τα δάκρυα όλου του κόσμου θα στερέψουνε.


Μην ανησυχείς.
Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα.
Θα σ’ αγαπάω ακόμα πιο πολύ και θα σε νοιάζομαι.
Μόνο να μην ανησυχείς.


Τα δάκρυα της χτεσινής σου θλίψης
θα βρούνε διέξοδο στο τρυφερό μου χάδι.
Θα γίνουν αστεράκια λαμπυρίζοντα στα μάγουλά σου.


Μην ανησυχείς.
Θα σου φέρω ολόλευκα τριαντάφυλλα,
από τον κήπο της καρδιάς μου,
που θα κρατούν ακόμα το αρχέγονο άρωμά τους.


Μην ανησυχείς.
Στον κόσμο των εκπλήξεων θα ταξιδέψουμε παρέα.
Κράτα το χέρι μου και μην ανησυχείς.
Θα είμαι πλάι σου να σε προσέχω
μέχρι να δυναμώσουν τα φτερά σου
και να πετάς μονάχη σου στο απέραντο γαλάζιο
των ουρανών της Γνώσης.
Και τότε δεν θα ξανακλάψεις πια!


Μόνο να μην ανησυχείς.
Εντάξει;


 by Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ on Κυριακή, 21 Μαρτίουίου 2011 στις 12:39 π.μ.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΣΤΑΣΟΥ, ΠΟΥ ΠΑΣ;


Ξέχασες φεύγοντας
μισάνοιχτη την πόρτα,
ήσουνα τόσο βιαστική και ανυπόμονη
να διαπράξεις το καινούριο σου το λάθος…


Κι εγώ σου φώναζα, πού πας;
Δεν έχω αγάπη άλλη!
Μα ήσουν τόσο βιαστική
αγαπημένη μου!...


Κλαίγαν μαζί μου οι ουρανοί
κι έσβησε το φεγγάρι…
Πήρες τις όμορφες στιγμές μας,
χάθηκαν τα καλοκαιριά,
λες και χειμώνιασε με μιας!


Στάσου πού πας;
Πώς θα αντέξω τόσο κρύο,
τόσο μεγάλη μοναξιά;
Δεν έχω αγάπη άλλη, αγάπη μου…
Δεν έχω!


Το σπίτι πια δε με χωρά
ούτε και η ζωή μου.
Η απουσία σου παντού
απλώνει τη σκιά της
και της μορφής σου η εικόνα
έρχεται από το πουθενά
σκύβει και με φιλάει στο στόμα!
Μοιάζει να μου χαμογελά. Τι κάνεις;


Στάσου, πού πας;
Δεν έχω αγάπη άλλη, αγάπη μου.
Έζησα τόσες καταιγίδες
μέσα σε μια βραδιά. Πού πας;
Έξω βρέχει, ακόμα βρέχει.
Έτσι συμβαίνει πάντα στους χωρισμούς…
Κι είναι μισάνοιχτη ακόμα η πόρτα
λες και προσμένει να φανείς!


Κάθομαι ακίνητος εκεί
στα σύνορα του πουθενά,
στην άκρη του πόνου.
Ματώνουν τα χέρια μου
καθώς σκαλίζω τα συντρίμμια της ζωής μου
για να βρω μια πρόχειρη λύση,
ή έστω λίγα ψίχουλα ελπίδας.


Στάσου! Πού πας; Σ’ αγαπάω!
Γράφω με αίμα στους τοίχους…


Σ’ αγαπάω, πού πας;


Τα δευτερόλεπτα έγιναν χρόνια
απ’ τη μεγάλη ερημιά.
Μου ‘κλεψες τις ζεστές μου εικόνες
Και είναι η νύχτα παγωμένη. Μ’ ακούς;


Σ’ αγαπάω, πού πας;
Είμαι στην άκρη του πόνου πιασμένος.
Πού πας;


Διέπραξες το πιο μεγάλο έγκλημα
κάνοντας μόνο ένα βήμα
κι εγώ βίωσα τον πιο μεγάλο θάνατο
μες στη μικρή ζωή μου…


Στάσου! Πού πας;

 by Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ on Κυριακή, 17 Μαρτίουίου 2011 στις 12:39 π.μ.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ ΠΙΑ


 

Σκληρές στιγμές  μέχρι ν’ απογυμνωθούμε απ’ τα προσχήματα. 
 Πυροβολούμε τον καθρέφτη, κάθε πρωί,  στο ξύρισμα.  
 Δύο φορές μονάχοι. 
 Μεγαλώσαμε με φωτιά και σίδερο ανάμεσα σε ‘‘μη’’  κι ‘‘απαγορεύεται’’.   Κουρσέψαμε την άνοιξη, την κόψαμε κομμάτια και πληρώσαμε το τίμημα. 
 Σχολειό, εκκλησιά, στρατό και εργασία. 
 Μεγαλώσαμε πια. 
 Κοιταζόμαστε στα μάτια, να φιλιώσουμε την παγωνιά. 
 Το κρύο της ψυχής να εξαλείψουμε. 
 Όμως δεν είναι σαν και πρώτα. 
 Μας λείπει η αθωότητα κι η παιδική καρδιά. 
 Ανάμεσα σε τρικυμίες και ναυάγια παλέψαμε. 
 Μα τώρα μεγαλώσαμε πια. 
 Να βγήκαμε από λάθος κόλπο 
 ή να ‘γινε το λάθος στη Ληξιαρχική μας καταχώρηση; 
 'Η μήπως φταίει που μεγαλώσαμε πια; 

 *Γιάννης Νικολαΐδης*

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΗΘΟΠΟΙΟΣ

Περιπλανώμενος στον κόσμο του φωτός,
σαν θεατρίνος κάποιου πλανόδιου θιάσου.
Να παίζω, να μονολογώ,
στης μοναξιάς μου το αρχαίο σκηνικό.
Με δανικές ζωές να ζω
κι αυτό που θα ‘θελα να είμαι,
στη σκηνή να παρασταίνω!
Ν’ αλλάζω τραίνα και σταθμούς.
Ν’ αλλάζω τόπους, παραστάσεις και ανθρώπους.
Μες στην υπέροχη αβάσταχτη ζωή μου
τη σκυφτή,
να προσποιούμαι ότι είμαι αληθινός
και να μην είμαι.
Και μια ζωή να προσπαθώ περήφανη να ζήσω
χωρίς λεφτά για νοίκι και για φως…
Λιμάνια γνώρισα πολλά
στον κόσμο των θαυμάτων, μα τίποτα δεν είδα!
Γνώρισα χώρες και λαούς
και γλέντια και τραγούδια.
Ήπια και χόρεψα πολύ
στις νύχτες των ανθρώπων.
Μα ήμουν πάντα ντροπαλός,
διστακτικός κι αυθεντικός
και πάντα φωτοφόρος.
Κι άλλες φορές με τρόμαζε πολύ ο εαυτός μου…
Ήτανε ο άλλος μου εαυτός, της ευτυχίας κυνηγός,
που έψαχνε πάντοτε να βρει,
τη δόξα και το χρήμα.
Ταξίδεψα και πέρασα και γνώρισα και γέρασα
μα τίποτα δεν βρήκα!
Σαν θεατρίνος έζησα και γέλασα και έκλαψα
με δανικές στιγμές και ξένα λόγια…
Ήταν μια υπέροχη ζωή, της μοναξιάς ανταμοιβή,
που πέθαινε κάθε πρωί, σαν σβήνανε τα φώτα.
Του θεατρίνου η μοναξιά είναι μια άλλη μοναξιά,
μες στο μεγάλο πλήθος…
Μετράει στιγμές μες στις σιωπές
κι έχει στα μάτια του βροχές
από παλιές διαδρομές κι από ταξίδια.
Κι είναι μια υπέροχη ζωή
κι είναι, νομίζω, τυχεροί όσοι τη ζουν και ζούνε…
Περιπλανώμενος, λοιπόν, ήμουνα πάντοτε παρών
στον κόσμο των τραυμάτων.
Το ήθος πάντα να ποιώ, να ταξιδεύω, να γυρνώ,
περιπλανώμενου θιάσου ηθοποιός.
Τα φώτα σβήσανε, λοιπόν
κι είμαι για πάντα πια απών,
από την τέχνη των τεχνών.
Και είναι ετούτη η μοναξιά η πιο μεγάλη μοναξιά,
σ’ αυτού του κόσμου του σκληρού, τη ματαιότητα.
Του θεατρίνου η ζωή, μια σιωπηλή είναι κραυγή
που την καλύπτει ευγενικά το χειροκρότημα…

Μια υπαρκτή, μοναδική αναγκαιότητα…

by Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ on Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011 στις 8:33 μ.μ.